Βυζαντινὴ μὲν ρινοκλασία δέ
Βεβαίως· δι᾿ ἕνα ἄνθρωπον ὁ ὁποῖος φαίνεται ὅτι θέλει νὰ ὁμιλήσῃ δι᾿ ὅλα τὰ πράγματα ποὺ εἶνε ἀπὸ κάτω ἀπὸ τὸν ἥλιον αὐτὸ συμβαίνει. Λέγουν οἱ ἄνθρωποι δικαίως, μᾶς ὁμιλεῖ καὶ δι᾿ αὐτό. Καὶ πράγματι συμβαίνει, νὰ ἔχω νὰ ὁμιλήσω δι᾿ ὅλα τὰ Ἑλληνικὰ πράγματα καὶ μοῦ φαίνεται μάλιστα ἰσοϋψῶς. Αὐτὸ συμβαίνει, διότι ἔχω ὡς βάσιν τὴν γῆν, τὴν ἱστορίαν, τὸν Ἕλληνα καὶ διὰ νὰ ἰδῶ αὐτὸν καλά, ἠναγκάσθην νὰ ἰδῶ ὅλας του τὰς ἐκδηλώσεις, τὰς ἄλλοτε καὶ τὰς τώρα, καὶ ἐπ᾿ αὐτῶν, ποὺ ἀναμφισβητήτως πρέπει νὰ στηρίζεται τὸ σήμερον καὶ νὰ σχεδιάζεται τὸ αὔριον, ζωγραφίζω τὸ σήμερον καὶ σχεδιάζω τὸ αὔριον. Ὥστε ὅταν ὁμιλῶ περὶ Στρατοῦ, λόγου χάριν, δὲν γνωρίζω βέβαια τὴν Στρατιωτικὴν ἐπιστήμην ὁλοτελῶς καὶ ὁλοτελῶς δὲν μὲ ἐνδιαφέρει. Ἐγὼ δεικνύω τὴν φύσιν τοῦ Ἕλληνος στρατιώτου καὶ λέγω, ἐπὶ τῆς φύσεως αὐτῆς θὰ στηριχθοῦν οἱ νόμοι. Δεικνύω τὴν φύσιν τῆς γῆς καὶ τὴν φύσιν τῶν προαιωνίων πραγμάτων καὶ τὴν θέσιν τῶν ἐχθρῶν ἡμῶν, αἰωνίως τῶν αὐτῶν ὑπὸ ὀνόματα ἄλλα, τοὺς ὄγκους αὐτῶν καὶ τὴν ὁλιγότητα ἡμῶν, καὶ ζητῶ τὴν φύσιν τοῦ στρατοῦ ποὺ εἶνε δυνατὸν νὰ ἔχωμεν καὶ ζητῶ εἴδη τρόπων καὶ νόμων Ἐλληνικῶν, δηλαδὴ στηριζομένων ἐπὶ τῆς φύσεως τοῦ στρατιώτου. Ζητῶ Στρατιωτικὴν ἐπιστήμην Ἑλληνικὴν δηλαδή, στηριζομένην εἰς τὴν φύσιν τῆς γῆς καὶ εἰς τὴν φύσιν τῶν ἐχθρῶν. Καὶ σταματῶ ἐκεῖ. Δι᾿ αὐτὸ λέγω τὴν ἰδέαν μου καὶ διὰ τὴν Βυζαντινὴν Μουσικήν.
Ἀλλ᾿ οὔτε εἰς τὰς «Ἀθήνας» εἶπα τίποτε, οὔτε ἐδῶ χωρεῖ τὸ παραμικρόν. Εἰς μίαν μελέτην «τὸ Θρησκευτικὸν αἴσθημα τοῦ Ἕλληνος», εἰς τὴν ὁποίαν ἀρχίζω ἀπὸ τὸν καιρὸν ποὺ ὁ Κρητικὸς Κρόνος εἶχε καταπιεῖ τὰ παιδιά του καὶ ἡ Κυρία του τὸν ἔβαλε κάτω καὶ ἤρχισε νὰ τοῦ πηδᾷ εἰς τὴν κοιλιά, διὰ νὰ τοῦ ἀνεβοῦν πάλιν ἀπὸ τὸ στόμα, καὶ καταλήγω μὲ τὸν τελευταῖον ἅγιον τῆς Ὕδρας, ἕναν Κὺρ Θόδωρον μὲ φουστανέλλες -μελέτην ἀληθινὰ περίεργον καὶ ἀφελεστάτην- μὲ τὴν ὁποίαν ἀοδεικνύω καθαρόατα, ὅτι ἀπὸ τὸν καιρὸν τοῦ Κρόνου ἕως τὸν Κὺρ Θόδωρον, κατὰ τίποτε δὲν ἤλαξε τὸ θρησκευτικόν μας αἴσθημα, ἀποδεικνύων καὶ δι᾿ αὐτοῦ τοῦ μέσου τρανότατα, ὅτι δὲν ὑπάρχει παρὰ ἕνας μοναδικὸς Ἕλλην, ἀπὸ τὸν καιρὸν τοῦ φιλογύνου Διὸς ἕως τώρα. Ἐκεῖ δεικνύω -διότι έκεῖ φαίνεται- καὶ τὴν θέσιν καὶ τὴν φύσιν τῆς Βυζαντινῆς Μουσικῆς· ἐδῶ μὲ δύο λόγια νύξεων. Ἡ Μουσικὴ αὐτὴ δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ εἶνε τίποτε ἄλλο παρὰ ἡ ἀρχαία. Ὅσον καὶ ἂν σᾶς φανῇ παράξενον, κάμετε τὸ ἐξῆς πείραμα. Βγάλετε τὸ καπέλλο σας· ἄλλαξε κατὰ τίποτε ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον αἰσθάνεσθε τὴν μουσικήν; Λατρεύσατε αὔριον τὸ πρωὶ τὸν Βούδδαν· εἰπέτε τοῦ Λαυράγκα νὰ σᾶς κάμῃ ἕναν ὕμνον. Θὰ ἀλλάξῃ κατὰ τίποτε τὴν Μουσικήν του; Τὸ ἴδιον συνέβη ὅταν ἀλλάξαμεν θρησκείαν καὶ ἀντὶ τοῦ καπέλλου μὲ τὰς πτέρυγας, ἐβάλαμεν εἰς τὸ κεφάλι μας τὸ ψηλὸν τοῦ θόλου. Ἡ Μουσικὴ ἀπολύτως ἔμεινε ἡ ἴδια, δηλαδὴ τὸ σύστημα, ἤλλαξε μόνον ἂν θέλετε ὁ χρωματισμός. Ἐξεφράσθησαν δι᾿ αὐτῆς πράγματα ἄλλα, ἂν καὶ εἰς αὐτό, δι᾿ ἐμένα, ἐλαχίστη θὰ ὑπῆρξε διαφορά. Τώρα ὅπως εἶνε γενικῶς βεβαίως, εἶνε κολοκύθια. Ἀλλ᾿ ὅταν ψάλλῃ ὁ Σακελλαριάδης, εἶνε σὰν κάθε ἄλλην μουσικήν. Ἄλλως τε ἐγὼ δὲν εἶπα νὰ μείνῃ ὅπως εἶνε, κάθε ἄλλο μάλιστα. Ἀλλ᾿ αὐτὰ δὲν ἀναλύονται ἐδῶ. Βεβαίως καὶ οἱ ἄλλοι ἔκαμαν τὸ ἴδιον μὲ τὴν Εὐρωπαϊκήν. Ἀλλὰ δὲν νομίζετε ὅτι καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ καὶ ὅλοι μας, δὲν εἴμεθα, διὰ νὰ ὁμιλήσωμεν πρὸς τοὺς θεούς; Καὶ δὲν νομίζετε, ὅτι ἀντὶ νὰ ἀκούωμεν μίαν μουσικὴν προσφώνησιν τωρινοῦ, ποὺ μόλις εἶνε καλὴ διὰ τὸν Δεληγιάννην, νὰ τὴν ἠκούωμεν ἀναπεμπομένην πρὸς τὸν Θεόν; Καὶ δὲν νομίζετε, ὅτι οἱ Χρυσόστομοι καὶ οἱ λοιποὶ εἶνε κάπως ὑψηλότεροι ἀπὸ ἡμᾶς; Ἄλλως τε ἐκτὸς τοῦ ὅτι δὲν ὑπάρχει κανεὶς λόγος νὰ πεταχθῇ ἡ Μουσικὴ αὕτη, ὑπάρχει καὶ ἕνα ἄλλο ζήτημα.
Ἐγὼ δὲν ἐννοῶ τὶ θὰ εἰπῇ παλαιὸν καὶ νέον. Ἕνα ἀπὸ τὰ παλαιότερα πράγματα εἶνε καὶ ὁ ἄνθρωπος. Διατί δὲν τοῦ βάζετε δύο μύτες, τρία πόδια, διὰ νὰ νεωτερισθῇ; Παλαιὸς δὲν εἶνε καὶ ὁ θόλος; διατὶ δὲν τὸν βάφετε κόκκινον καὶ νὰ τοῦ κρεμάσετε καὶ μίαν φοῦντα νὰ γίνῃ φέσι; ὁ Ἀξελὸς ἕτοιμος εἶνε. Καὶ ἡ Θρησκεία ὅλη παλαιὰ εἶνε· διατί δὲν τὴν ἀλλάζετε; Αἱ θρησκεῖα καὶ ὅλα τὰ πράγματα των θρησκειῶν ἐκ φύσεως δὲν πρέπει νὰ κινοῦνται. Κάθε θρησκεία εἶνε δόγμα. Ἀπὸ κάθε δόγμα ἄμα θέλεις νὰ κινήσῃς μίαν πέτραν κρημνίζεται ὁλόκληρον. Τὸ δόγμα εἶνε σὰν παλαιὸ σπῆτι. Διόρθωσιν δὲν παίρνει, καταρρέει. Τὴν θρησκείαν πρέπει νὰ τὴν δέχεσαι ὁλόκληρον, ὅπως εἶνε καὶ ὅ,τι καὶ ἂν εἶνε. Πίστευε καὶ μὴ ἐρεύνα, εἶνε ὁ ἀκρογωνιαῖος λίθος κάθε θρησκείας. Πιστεύεις; ἔχει καλῶς. Δὲν πιστεύεις; Δέχου τὰ πάντα· τίμα τὰ πάντα· σέβου τὰ πάντα καὶ μὴ καταλαμβάνεις τίποτε καὶ μὴ κλονίζεις κανενὸς τὴν πίστην, καὶ κάμνε ἀφελῶς ὅ,τι κάμνουν καὶ οἱ ἄλλοι. Καὶ δὲν εἶνε καὶ καμμία ἀνάγκη οὔτε νὰ καταλαβαίνῃ κανεὶς τίποτε -εἶνε τόσον ἁπλᾶ πράγματα- οὔτε νὰ θέλῃ νὰ διορθώνῃ τίποτε δὲν ἀξίζει τὸν κόπον.
Κράτα καλά, εἶνε ὅλη ἡ δύναμις κάθε θρησκείας. Ἐμένα μοῦ φαίνεται ὅτι ὁ Πάππας εἶνε ὁ σοφὸς καὶ ἀνόητοι, οἱ σοφοὶ ποὺ τὸν πολεμοῦν καὶ θέλουν νὰ τὸν κάμουν νὰ νεωτερίσῃ. Ὅσον πλέον παλαιοτέρα εἶνε ἡ θρησκεία, τόσον εἶνε καὶ ἡσυχωτέρα· ὅσον πλέον ἀμετάβλητος καὶ ἀπείρακτος καὶ ἄθικτος καὶ ἀσυζήτητος, τόσον ὀλιγώτερον τόπον πιάνει, τόσην όλιγωτέραν φασαρίαν κάμνει. Ἡ καλητέρα θρησκεία τοῦ κόσμου, εἶνε ἐκείνη, ποὺ εἶνε σὰν νὰ μὴν εἶνε. Καὶ ἡ ἰδική μας μάλιστα ἡ Ἑλληνική, ἡ ἐκ φύσεως ἀγαθοτάτη καὶ ἡσυχοτάτη, ἡ μὴ βαρύνουσα κανέναν καὶ κανένα μὴ ἐνοχλοῦσα, εἶνε ἡ ἀρίστη ὅλων τῶν ἄλλων χριστιανικῶν θρησκειῶν -ἡ δουλειὰ τῆς θρησκείας εἶνε, νὰ κάθεται εἰς τὰ αὐγά της καὶ νὰ μὴν ἀνακατεύεται εἰς τίποτε, πρᾶγμα διὰ τὸ ὁποῖον πολεμᾷ ὅλη ἡ Εὐρώπη καὶ ἡμεῖς ἀνέκαθεν ἔχομεν -πρέπει νὰ μᾶς εἶνε λατρευτὴ σὰν τὰ μάτια μας καὶ ἂν σωπήσουν τέλος καὶ οἱ Δαμβέργηδες, θὰ εἶνε τὸ πρότυπον θρησκείας πολιτισμένου Ἔθνους. Καὶ αὐτὰ τὰ γράφω ἐγὼ ὁ ὁποῖος θὰ ἤθελα θρησκείαν πρωτίστως, καθαρῶς Ἑλληνικήν. Ἀλλὰ ὅρα καὶ δούλους Ἕλληνας.
Ὄχι, χιλιάκις ὄχι. Διὰ νὰ ἀγαπᾷ κανεὶς τὸ Ὡραῖον, δὲν χρειάζεται νὰ εἶνε τρελλός, οὔτε ἀντεθνικός, καὶ τὸ Ὡραῖον θέλει ἕνα φόρεμα. Καὶ ἀπὸ τὸ κάθε ὕφασμα ὁ Καλλιτέχνης δημιουργεῖ τὸ Ὡραῖον. Καὶ διὰ τὸ Ὡραῖον ἰσχύει ἡ παροιμία «παποῦτσι ἀπὸ τὸν τόπο σου κι᾿ ἂς εἶνε καὶ μπαλωμένο». Ὅ,τι ἔχει νὰ καλλωπίσῃ, νὰ ἐξωραΐσῃ ἡ Ἐκκλησία, νὰ ἀνυψώσῃ μάλιστα μάλιστα. Ἀλλ᾿ ὄχι νὰ ἀλλάξῃ τίποτε. Μὴ φοβεῖσθε, κύριε Πάτριε, ἀπὸ ἐμένα, νὰ ἀκούσετε διὰ τουζλούκια. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι οἱ Παπάδες πρέπει νὰ κάμνουν τὰ φορέματά των εἰς τὴν καλητέραν ράπτριαν τοῦ κόσμου καὶ νὰ φορέσουν ὡραιότατα μεταξωτά. Ὁ πατριωτισμὸς ὁ ἰδικός μου εἶνε, ἄλλου παπᾶ εὐαγγέλιον. Νὰ μὴ φοβεῖσθε ὀπισθοδρομικότητας· νὰ φοβεῖσθε ἐντελῶς τ᾿ ἐναντίον, ἢ μᾶλλον νὰ εἶσθε βέβαιος, ὅτι ὅταν περάσω ἀπὸ τὰ τωρινὰ καὶ ἀρχίσω τὸ αὔριον, θὰ εὕρουν ὅλοι τὰς ἰδέας μου τόσον νεωτεριστικάς, ὥστε κανεὶς δὲν θὰ τὶς ἀκολουθήσῃ καὶ ὅλοι οἱ παλιότεροι θὰ βάλουν τὶς φωνές. Ὁ πατριωτισμὸς ὁ ἰδικός μου πρώτιστον θέτει τὸ Ὡραῖον καὶ τὸ Ὑψηλόν.
Δὲν πιστεύω νὰ εἶνε ἀσυγχώρητον, ὅτι δι᾿ αὐτὸ μεταχειρίζομαι τὸ κάθε τι ἐθνικόν, ὅ,τι σμπίπτει μὲ τὸ ἐθνικὸν συμφέρον, ὅτι ἠθέλησα νὰ ἐνδύσω αὐτὸ μὲ τὸ ἐθνικώτερον φόρεμα.
Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἐδῶ ζήτημα τῶν στενῶν ρετσινωμένων Ρινῶν, ἐὰν δὲν πάρουν βοῦρτσες καὶ δὲν τὰς καθαρίζουν κάθε πρωί, ὅπως οἱ πυροβοληταὶ τὰ κανόνια των καὶ δὲν γίνει τίποτε, θὰ εἶμαι ὁ πρῶτος ποὺ θὰ φωνάξω διὰ τὴν Ρινοκλασίαν τὴν ἀνηλεῆ μάλιστα Ρινοσπασίαν.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
(Περικλῆς Γιαννόπουλος, «Βυζαντινὴ μὲν ρινοκλασία δέ», «Ὁ Νουμᾶς», ἀρ. 32, 24-4-1903)
Τὰ ἀρχαῖα δράματα
Ζῶα, Ζῶα, Ζῶα· ὁρίστε τὰ χάλια σας. Ἕνα Βασιλικὸν Θέατρον, πετᾷ κλωτσηδὸν ἕνα Βερναρδάκην ὁ ὁποῖος εἶνε θαυμάσιος διὰ νὰ μᾶς δώσῃ τὰ Βυζαντινὰ θεάματα. Ἕνα Βασιλικὸν Θέατρον μὲ Βλάχους, εἶνε ἀδύνατον νὰ μᾶς δώσῃ ἕνα ἀρχαῖον δρᾶμα. Τόσοι καλλιτέχναι καὶ τόσοι σοφολογιώτατοι, εἶνε ἀδύνατον νὰ μᾶς δώσουν μίαν καλλιτεχνικὴν εἰκόνα. Καὶ ἔρχεται ὁ Τρουφφιὲ νὰ περάσῃ ὁλίγας ἡμέρας ἐδῶ καὶ εἰς τὴν Γαλλικὴν Σχολὴν μὲ τὰς μαθητρίας τοῦ Ὠδείου ἢ κάθε ἄλλα θηλυκά, ἀμέσως συλλογίζεται νὰ κάμῃ μὲ τὰ τωρινά μας σώματα, καλλιτεχνικὰ συμπλέγματα ἀναπαριστῶντα ἀρχαίας εἰκόνας. Καὶ αὐτὰ γίνονται ἐντὸς στενοῦ κύκλου, καὶ δὲν τὰ βλέπουν οἱ πολλοί, καὶ κανεὶς δὲν διδάσκεται τίποτε, καὶ τίποτε δὲν ἐπιχειρεῖται, καὶ κανεὶς δὲν συνδυάζει τὰς ἰδέας καὶ τὰ πράγματα διὰ νὰ μιμηθῇ τι. Ἕνας φίλος μου ἤθελε νὰ δημοσιεύσῃ, ὅτι ἐγὼ τὰ φωνάζω αὐτά, δέκα ἔτη τώρα. Τοῦ εἶπα: Ἐμένα δὲν μοῦ ἀρέσουν αὐτά, εἶναι περιττόν, τὰ γράφω μόνος μου.
Ἀερολόγιοι λοιπὸν εἶνε οἱ φωνάζοντες καὶ θέλοντες νὰ σᾶς ἀνοίξουν τὰ μάτια διὰ νὰ κατωρθώσετ νὰ τὰ ἐννοήσετε; Ἀερολόγιοι εἶνε οἱ καταφαγωθέντες διὰ νὰ σᾶς μάθουν πῶς νὰ τὰ πλησιάσετε νὰ τὰ κάμετε; Καὶ τρελλοὶ εἶνε κὺρ Στέφανε, οἱ φωνάζοντες διὰ τὰς παραστάσεις τῶν ἀρχαίων δραμάτων; Βέβαια εἶνε τρελλοί. Ἀλλ᾿ ὅταν ἔλθῃ ὁ Τρουφφιὲ καὶ εἰπῇ, ὅτι δυνατὸν νὰ γίνουν ἀρχαῖαι παραστάσεις, τὸτε τὸ ἄλλο πρωὶ ἀμέσως, ἀρχίζετε σεῖς οἱ ἴδιοι νὰ θέλετε νὰ τὰ ἐπιχειρήσετε καὶ νὰ τὰ κάμετε ἐντὸς μιᾶς ἡμέρας, χωρὶς νὰ ἔχετε σκεφθῇ ποτέ σας τίποτε, χωρὶς νὰ δύνασθε νὰ κάμετε τίποτε, χωρὶς νὰ σᾶς εἶνε δυνατὸν νὰ ἐννοήσετε ἀπολύτως τίποτε, καὶ ἢ νὰ μᾶς κουβαλήσετε ξένους θιάσου νὰ κάμνουν ὅ,τι τοὺς κατεβῇ, ἢ νὰ τὰ κάμετε μόνοι σας καὶ νὰ καταβιβάζετε τὰ ὕψιστα μέχρι τοῦ ἑαυτοῦ σας καὶ νὰ τὰ κωμικεύετε καὶ νὰ τὰ ποδοκυλίετε. Ἀμέσως ἐπεφοίτησεν τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, καὶ εἶνε ἕτοιμοι οἱ τοῦ Βασιλικοῦ, ἀφοῦ ἐτελείωσαν τὸν Νέον κόσμον νὰ ριχθοῦν καὶ εἰς τὸν Παλαιόν. Καὶ εἰς παραστάσεις ὅπου οἰκτρῶς κωμικεύεται ἕνας Μιστριώτης καὶ ἐνταφιάζεται ἕνας καλλιτέχνης σὰν τὸν Χρηστομάνον, θέλουν οἱ θεατρῶναι νὰ δείξουν τὸ ἀνάστημά των.
Καταλάβετέ το, καταλάβετέ το, καταλάβετέ το, Στέφανοι. Εἶνε ἀδύνατον νὰ κάμετε τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ ἐξευτελίσετε τὸ Ἔθνος σας, φέροντες ξένους θιάσους νὰ παραστήσουν τὰ ἰδικά μαςἔργα, νὰ τὸ παραστήσετε ἀμαθές, βάρβαρον, ἐνῷ εἶσθε μόνον σεῖς τοιοῦτοι -ἢ νὰ ποδοκυλίσετε καὶ αὐτὰ εἰς τὸ οἰκτρὸν καὶ κωμικὸν σημεῖον, ὅπου ὠθεῖτε και κάθε ἄλλο, πρὶν σᾶς ἀνοίξουν τὰ μάτια, πρὶν σᾶς μάθουν τὶ ἔχετε νὰ κάμετε, πρὶν σᾶς δείξουν πῶς θὰ τὸ κάμετε.
Μάθετέ το ἀπὸ τώρα. Ἐὰν φέρετε ξένους θιάσους, νὰ παίξουν ἀρχαῖα δράματα ἐπὶ τῶν Ἑλληνικῶν ἐρειπίων, ἐὰν ἀτιμάσετε τόσον τὴν πατρίδα σας καὶ μᾶς καταστήσετε ἀδύνατον νὰ συναντήσωμεν ἕναν Εὐρωπαῖον, χωρὶς νὰ μᾶς ἀνεβαίνῃ τὸ αἷμα εἰς τὸ πρόσωπον, θὰ ἀκούσετε μίαν κραυγὴν διαμαρτυρίας ἐν μέσῳ τοῦ θαυμασμοῦ σας, ἠ ὁποία δὲν θὰ χαλάσῃ μόνον τὸ ἰδικόν σας γλέντι ἀλλὰ καὶ τῶν κυρίων ξένων σας -μολονότι δὲν πταίουν τίποτε οἱ ἄνθρωποι, ἀφοῦ σεῖς οἱ τρέχοντες ἀπὸ πίσω των μᾶς τοὺς παρουσιάζετε τοιούτους- καὶ θὰ ἐννοήσετε τότε στρογγυλότατα, ὅτι οὔτε σεῖς, οὔτε αὐτοί, θὰ μάθετε ἐμᾶς, Ἑλληνικά. Δυνατὸν νὰ εἶνε οἱ Εὐρωπαῖοι ὅσον θέλετε μεγάλοι, ἀλλὰ καὶ ἐμεῖς τέλος εἴμεθα ἄνθρωποι μὲ μάτια καὶ βλέπομεν εἰς τὸ σπῆτί μας καλήτερα ἀπὸ κάθε ἄλλον.
Ἀρχαῖα δράματα κύριοι -μάθετέ το ἀπὸ ἐμένα- μόνον Ἕλληνες δύνανται νὰ διδάξουν καὶ μόνον Ἕλληνες δύνανται νὰ παραστήσουν. Τὰ πάντα τῶν παραστάσεων αὐτῶν δύνανται νὰ γίνουν ἐδῶ ἀπὸ Ἕλληνας. Ἀλλ᾿ ἔστω καὶ καλήτερον, νὰ βοηθήσουν οἱ Εὐρωπαῖοι, εἰς τὰς καλλιτεχνικὰς λεπτομερείας μόνον καὶ μόνον.
Πρέπει τέλος εἷς ἐξ ἡμῶν, περιφρονῶν κάθε κίνδυνον Ταρταρινισμοῦ, νὰ ἀναλάβῃ νὰ προστατεύσῃ τοῦ λαοῦ αὐτοῦ: τὴν τιμὴν καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν καὶ τὴν εὐφυΐαν καὶ τὴν ἰκανότητα πρὸς κάθε τι καὶ πρωτίστως πρὸς τὸ Ὡραῖον.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
(Περικλῆς Γιαννόπουλος, «Τὰ ἀρχαῖα δράματα», «Ὁ Νουμᾶς», ἀρ. 33, 27-4-1903)
Διὰ τοὺς ξενομανεῖς σοφολογίους
Διὰ τοὺς ξενομανοῦντας λογίους, εἴτε νέους εἴτε γέρους ἐσπεριοειδεῖς, τοὺς ἔχοντας ἕνα μόνον σκοπὸν καὶ ἀγωνιζομένους ἕνα μόνον ἀγῶνα ἀξιοδάκρυτον, νὰ πείσουν τὸν κόσμον... ὅτι εἶνε Εὐρωπαῖοι, ἀκριβῶς διότι δὲν εἶνε, νὰ πείσουν τὸν κόσμον ὅτι εἶνε πολιτισμένοι, ἀκριβῶς διότι δὲν εἶνε καὶ ἀκριβῶς ιότι αἰσθάνονται ὅτι εἶνε Τσούσιδες, ὑπάρχει ἕνα μέσον θεραπευτικόν, ἕνα φάρμακον τὸ ὁποῖον πιθανον νὰ τοὺς θεραπεύσῃ, διὰ νὰ σωθοῦν αὐτοὶ ἀπὸ τὸ γελοῖον, πρὸ παντὸς ὅμως διὰ νὰ γλυτώσῃ ὁ κόσμος ἀπὸ τὰ κακὰ τῆς μονομανίας των.
* * *
Νὰ πάρουν τὸ «Ἄστυ» καὶ νὰ μελετήσουν ὁλόκληρον τὴν σειρὰν τῶν χρονογραφηματων τοῦ Ἐπισκοποπούλου, ἀπὸ τὴν πρώτην ἡμέραν τῆς ἐμφανίσεώς του ἔως σήμερον εἰς τὸ «Ν. Ἄστυ».
Θὰ ἰδοῦν τὴν περιφρόνησιν τὴν ὁποίαν ἔτρεφεν πρὸς ἑαυτόν, καὶ τὴν ἀπελπισίαν του διότι ἦτο Ἕλλην. Θὰ ἰδοῦν τὴν περιφρόνησιν καὶ τὸ μῖσος κατὰ παντὸς Ἑλληνικοῦ πράγματος, τὸν σαρκασμὸν τῶν πάντων, ἀπὸ τῶν τωρινῶν ἔως τῶν ἀρχαίων Θεῶν, τὸν σαρκασμὸν πρὸς πᾶσαν ἐδῶ γενωμένην ἐλπίδα, τὴν προκατάληψιν, τὴν ὑψίστην ἐκδήλωσιν τῆς ξενομανίας, καὶ τὴν καθημερινὴν κωδωνοκρουσίαν τῆς φυσικῆς μας βαρβαρότητος, τοὺς θρήνὀυς διότι ἐγεννήθημεν εἰς αὐτὸ ἐδῶ τὸ χῶμα, τὸ τίναγμα καὶ τὸ ξάφνισμα, καὶ τὸ τέντωμα τοῦ στόματος, τὸν ἐκστατικὸν θαυμασμὸν πρὸς κάθε ξένον τενεκέν, τὸν καθημερινὸν ἐθνοκτόνον πόλεμον, κατὰ παντὸς Ἑλληνικοῦ πράγματος. Δηλαδὴ θὰ ἰδοῦν τὴν γενικὴν ψυχολογικὴν καὶ διανοητικὴν κατάστασιν ἑαυτῶν καὶ ὅλων τῶν μονομανῶν ὁμοίων των, ἀναβιβασμένην εἰς τὸν κῦβον.
Καὶ ἔπειτα θὰ ἰδοῦν, κατὰ τὰ τρία τέσσαρα τελευταῖα ἔτη, τὴν κατάστασιν αὐτὴν μεταβαλλομένην καὶ θὰ παρακολουθήσουν τὴν μεταβολὴν βῆμα βῆμα καὶ θὰ ἰδοῦν πῶς ὁ ἀρχικὸς μισέλλην ἀναπτυσσόμενος, πλησιάζων καὶ ὁλίγον Ἑλληνικὰ διὰ μέσου τῶν Εὐρωπαίων, προσπαθεῖ τέλος νὰ μεταβληθῇ εἰς Φιλέλληνα καὶ εἶμαι βέβαιος καὶ τὸ εὔχομαι ἐγκαρδίως, διότι ὁ Ἐπίσκοπος εἶνε φίλος μου ἀπὸ τὸν ὁποῖον μὲ χωρίζει μόνον τὸ μῖσος κατὰ τῶν ὀλεθρίων του ἰδεῶν διὰ τοὺς πολλούς, τὰς ὁποίας ἔσπειρεν καὶ εἶμαι βέβαιος, καὶ τὸ εὔχομαι ἐγκαρδίως, ὅτι ὅσον προχωρεῖ ἡ ἀνάπτυξίς του καὶ ἀνοίγονται τὰ μάτια του, θὰ καταλήξῃ βεβαίως νὰ γίνῃ Ἑλληνοειδὴς ὅσον δύναται νὰ γίνῃ ἄνθρωπος ξενοτραφεὺς κατὰ διάνοιαν καὶ φαντασίαν, τοὐλάχιστον κατὰ τὸν πόθον τῆς ψυχῆς του, Ἕλλην σὰν κάθε ἄνθρωπον ἁπλοῦν σὰν ἡμᾶς καὶ ἀγαπῶντα τὰ ἴδια σὰν ἄνθρωπος λογικός. Ἔστω καὶ ἂν παραλογίζεται κατὰ φυσικὴν ἀνάγκην, ὁμιλῶν διὰ πράγματα τὰ ὁποῖα δὲν ἠθέλησε νὰ μάθῃ.
* * *
Καὶ αὐτὸ εἶνε τὸ μοιραῖον τέλος ὅλων τῶν ξενομανῶν. Δὲν εἶνε λοιπὸν καλήτερον, ὅ,τι θὰ γίνῃ μίαν ἡμέραν μοιραίως νὰ γίνεται ἀπ᾿ ἀρχῆς, καὶ ἀντὶ νὰ καταβάλλεται τόση ἀγωνιώδης προσπάθεια ξενομανίας, νὰ καταβάλλεται ἄνετος προσπάθεια Ἑλληνομανίας τοὐλάχιστον; Τί ὠφελεῖ αὐτὴ ἡ ἄσκοπος καὶ κουτοτάτη ἐπίδειξις Εὐρωπαιογνωσίας; Ἡ Ἑλληνικὴ εὐφυΐα ἀναρκώθη λοιπὸν τόσον ὥστε νὰ μὴν ἐννοεῖ, ὅτι διὰ τοὺς διαβάζοντας εἰς ξένας γλώσσας καὶ τοὺς ἔχοντας κάμει λουτρὰ εἰς τὰς Εὐρώπας -καὶ δὲν εἶνε δὰ καὶ τόσον ὀλίγοι ὅπως φαντάζονται καὶ οὔτε αὐτοὶ οἱ μὲ ἀρκετὰ ζυγίζοντα διανοητικὰ καὶ χρηματικὰ κεφάλαια διασκεδάσαντες τὰς Εὐρωπαϊκὰς ἰδέας καὶ τὰ πράγματα εἶναι ὀλίγοι- δι᾿ αὐτοὺς ὅλους εἶνε μόνον ἀπόδειξις τραγικοῦξιπάσματος καὶ ἀπολύτως τίποτε ἄλλο ὅλη των αὐτὴ ἡ ὀχλοβοή;
Καὶ ἐπὶ τέλους αὐτοὶ μὲν καταλήγουν εἰς τὴν φυσικὴν κατάστασιν, ἀλλὰ ὁ κόσμος, ὁ κόσμος, οἱ πολλοὶ τῶν ὁποίων τὸ κεφάλι κάμνουν κόσκινον, τῶν ὁποίων τὴν ψυχὴν μαραίνουν, ἀπελπίζουν, δηλητηριάζουν, τρέφουν μὲ περιφρόνησιν, τί τοὺς πταίει καὶ πῶς νὰ διορθωθῇ; Ἐννοοῦν τὶ φρικτὴ εὐθύνη τοὺς βαρύνει;
Κάμετε αὐτὸ τὸ πείραμα.
Διαβάσετε τὸν Ἐπισκοπόπουλον, ἀπὸ τὸ πρῶτον του ἄρθρον ἔως τὸ τελευταῖον εἰς τὸ «Ν. Ἄστυ» διὰ τοὺς Δελφούς, ὅπου οἱ ἀρχαῖοι μεταβάλλονται εἰς «πατέρας μας»· ἐκτὸς τῶν ἄλλων καθημερινῶν πηδημάτων ἀπὸ τὴν μίαν γνώμην εἰς τὴν ἄλλην, τὸ ὁποῖον εἶνε τὸ γενικὸν χαρακτηριστικὸν τῶν τωρινῶν, θὰ ἰδῆτε πόσον ὀλεθρία σπορὰ ἰδεῶν ἔγινεν ἐδῶ. Καὶ σκεφθῆτε πόσος θὰ ἦτο ὁ Ἐπίσκοπος τώρα, ἐὰν ἀντὶ ὅλων τῶν πραγμάτων ποὺ ἔβλαψαν τοὺς πολλοὺς καὶ κανένα δὲν ὠφέλησαν καὶ οὔτε αὐτὸν εἰς τίποτε, ἐὰν ἐκάθητο φρόνημα καὶ ἐμελέτα τὸν τόπον του. Καὶ σκεφθῆτε πόσον χρήσιμος θὰ ἦτο διὰ τὴν ἐδῶ δημιουργίαν. Καὶ ἐννοήσετε, ὅτι δὲν λείπουν ἀπὸ τὸν τόπον αὐτὸν οἱ ἄνθρωποι διὰ νὰ γίνουν δημιουργοὶ ἔθνους, ἀλλὰ ἡ ἁπλῆ λογική.
Καὶ τὸ συμπέρασμά σας θὰ εἶνε, ὅτι μανθάνομεν γράμματα, τὰς ὥρας ποὺ μᾶς περισσεύουν ἀπὸ τὰ μαθήματα ποὺ παραδίδομεν εἰς τὴν πατρίδα μας διὰ νὰ μεγαλώσῃ, ὅτι καταστρέφωμεν τὸ κεφάλι τοῦ κόσμου, καὶ ἑπομένως τὰ πράγματα τοῦ τόπου μας διὰ νὰ δημιουργηθῶμεν ἡμεῖς, χωρὶς οὔτε αὐτὸ νὰ κατορθοῦται καὶ σταματῶμεν οὕτω καὶ καταζαλίζομεν καὶ σπρώχνομεν πρὸς τὰ ὁπίσω τὴν ἀρχὴν τῆς δημιουργίας τῆς Ἑλλάδος. Γελοιοποιοῦμεν καὶ ἐξευτελίζομεν τὸν τόπον μας καὶ ἡμᾶς τοὺς ἰδίους. Καὶ ἐνῷ δὲν θέλομεν νὰ κυττάζωμεν τὶ γίνεται εἰς τὸ σπίτι μας, καὶ νὰ γίνωμεν ἰκανοὶ νὰ ἐννοοῦμεν αὐτά, θέλομεν ἔπειτα νὰ ἐννοήσωμεν τὸν κόσμον ὁλόκληρον, πιστοποιοῦντες τὸ ρητὸν μόνον: τὸν μουρλὸν καὶ τὸν χωριάτην ἡ ξένη ἔγνοια τὸν γερνᾷ.
Ἐγὼ ἐκ παιδικῆς ἀδυναμίας δὲν κατωρθώνω νὰ ἐκφράσω τὰ πράγματα ὅπως εἶνε καὶ ὅπως αἰσάνομαι, ὅτι πρέπει νὰ λεχθοῦν, διὰ νὰ τεθῇ ἕνα τέρμα εἰς τὴν ὀπισθοδρομικοτάτην αὐτὴν δύναμιν τῆς ξενομανίας.
Ἀλλὰ οἱ νεώτεροι, οἱ ἐρχόμενοι κατόπιν ἡμῶν, πρέπει νὰ φανοῦν ἀνηλεήμονες πρὸς πάντα ὅστις θελήσῃ νὰ ἐπαναλάβῃ, τὴν ἱστορίαν αὐτὴν τῶν τελευταίων δεκαετηρίδων.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
(Περικλῆς Γιαννόπουλος, «Διὰ τοὺς ξενομανεῖς σοφολογίους», «Ὁ Νουμᾶς», ἀρ. 35, 4-5-1903)
Διαβάζουμε ἢ δὲ διαβάζουμε;
[Στὸ τελευταῖο φυλλάδιό τους τὰ «Παναθήναια» ἀρχίζουνε νὰ δημοσιεύουν τὶς ἀπάντησες ποὺ τοὺς στείλανε πολλοὶ στὸ ρώτημά τους «ἂν διαβάζουμε ἢ ὄχι καὶ γιατὶ δὲ διαβάζουμε». Ἀπὸ τὶς ἀπάντησες αὐτὲς ξανατυπώνουμε καὶ μεῖς μερικὲς γιατὶ θαρροῦμε τὸ ζήτημα σπουδαῖο καὶ ἄξιο νὰ μελετηθεῖ πλατιὰ καὶ στοχαστικά. (Ο ΝΟΥΜΑΣ)]
Οὔτε τὸ περιοδικόν, οὔτε ἡ ἐφημερίς, οὔτε τὸ βιβλίον, οὔτε ἡ ἄνοιξις, οὔτε τὸ Ρωμουνικὸν ζήτημα οὔτε κἂν τὸ σταφιδικὸν ὑφίσταται κρίσιν. Τὸ μοναδικὸν πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εὐρίσκεται εἰς ἐσχάτην κρίσιν ἀνέκαθεν ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς Ἐλευθερίας τοῦ ἐδῶ χωραφιοῦ εἶναι·
Ὁ ΕΛΛΑΔΙΚΟΣ ΕΓΚΕΦΑΛΟΣ, δηλαδὴ τὸ Σάπιο Καρπούζι.
Λοιπόν, ὅταν θ᾿ ἀποφασίσετε νὰ τὸ κόψετε, μοῦ τὸ λέτε κ᾿ ἐμένα, κ᾿ ἐγὼ εὐχαρίστως ἀναλαμβάνω νὰ γίνω δήμιος.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
(Περικλῆς Γιαννόπουλος, ἀπόκρισις σὲ ἔρευνα γιὰ τὸ ζήτημα τοῦ βιβλίου στὴν Ἑλλάδα, περ. «Παναθήναια», τόμ. 12, 15-31 Ἰουλίου 1906· «Διαβάζουμε ἢ δὲ διαβάζουμε;», «Ὁ Νουμᾶς», ἀρ. 208, 6-9-1906)
Τηλεφωνήματα
[Σ. τοῦ «ΝΟΥΜΑ». Τὸ ἄρθρο αὐτὸ τοῦ μακαρίτη Περικλῆ Γιαννόπουλου βρέθηκε μέσα σὲ παλιὸ συρτάρι τοῦ «Νουμᾶ», λησμονἠμένο ἐκεῖ ἀπὸ τὰ 1903 ποὺ μᾶς τὸ εἶχε δώσει μαζὶ μ᾿ ἕνα ἄλλο ἄρθρο, «Ὁ Τραγουδιστὴς» ποὺ τυπώθηκε στὸν 34 ἀριθμὸ 1903 τοῦ «Νουμᾶ», μὲ τὴν ὑπογραφὴ «Ι. Ἄνεμος», ποὔχει καὶ τοῦτο τὸ ἄρθρο. Στὰ «Τηλεφωνήματα» μέσα ὑπάρχει ὁλόκληρος ὁ Γιαννόπουλος μὲ τὶς φωτεινές του ἰδέες, μὲ τὶς γοητευτικὲς παραξενιές του καὶ μὲ τὸ ἰδιόρρυθμο ὕφος του.]
Δὲν ἐννοεῖτε, δὲν ἐννοεῖτε, δὲν ἐννοεῖτε. Καὶ ἔχετε δίκαιον, πληρέστατον δίκαιον. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῆτε τὶ εἴδους ἐργασία ἔχει γίνει καὶ πόση ἐργασία· τὶ εἴδους εἶναι αὐτή, πῶς πρέπει νὰ κινηθῇ καὶ πρὸς ποῖον σκοπόν. Καὶ θέλετε νὰ χυθῇ εἰς τὰ παλαιὰ καλούπια· ἀλλὰ πῶς ἀφοῦ εἶναι νέα, εἶναι ἄλλη; Καὶ διστάζετε νὰ δοκιμάσετε· τί σᾶς μέλει; πρὸς ποίους ἀπευθύνεσθε; δὲν ἀπευθύνεσθε πρὸς τοὺς πολλούς; Πρὸς αὐτοὺς κ᾿ ἐγώ. Δώσατε σεῖς τὴν ἐργασίαν μου πρὸς τοὺς πολλοὺς καὶ ἀφίσατε αὐτοὺς νὰ κρίνουνε, αὐτοὺς ἐρωτήσατε ἂν τοὺς ἀρέση, ἂν τοὺς κάμνῃ καλόν. Τοὺς πολλούς. Πρὸς τοὺς πολλοὺς ἀπευθύνομαι ἐγώ. Τοὺς πολλοὺς θέλω νὰ ἐξυπνήσω· τῶν πολλῶν θέλω νὰ ἐλευθερώσω, νἀναστήσω τὴν ψυχήν.
Μοῦ ζητᾶτε κοψίματα, ραψίματα, κτενίσματα ἰδεῶν. Τί σᾶς μέλει; Τί σᾶς μέλει; Τί σᾶς μέλει; Ἐγὼ μειόνουμαι, ἐγὼ βλάττομαι, ἐγὼ χάνω. Νομίζετε ὅτι δὲν τὸ ἐννοῶ; Ἀλλ᾿ αὐτὸ θέλω. Ἐὰν ἐγὼ πάρω καὶ τελειώσω κἄτι τι, αὐτὸ ἐτελείωσε, δὲν ἔχει νὰ τὰ πάρῃ ἄλλος, τίποτε δὲν ὡφελεῖ, εἶναι ἰδικόν μου. Ἀλλὰ ἐὰν πετάξω σωροὺς ἰδεῶν, δυνατὸν ὁ καθεὶς νὰ πάρῃ, νὰ κόψῃ, νὰ ράψῃ, νὰ κτενίσῃ, νὰ δημιουργήσῃ ὅ,τι θέλει.
Νά, λ.χ.: Ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ἔζησε δέκα χρόνια εἰς τὴν Ἀκρόπολιν καὶ τὴν ἀγάπησε, φυσικώτατα, κἄτι περισσότερον νὰ εἶδε ἀπὸ κάθε σοφὸν ποὺ πῆγε μόνον νὰ τὴν μελετήσῃ, φυσικώτατα δυνατὸν νὰ εἰπῇ ὡραῖα πράγματα. Καὶ μ᾿ αὐτὸ τί; Θὰ εἰποῦν μόνον: Ὡραῖα τὰ λέγει. Καὶ ἔπειτα; Τίποτε. Καὶ αὐτὸ δὲν θέλω ἀκριβῶς. Ἐπαναλαμβάνω δὲ ἑκατομμυριοστὴν φοράν: Ὅ,τι θέλω νὰ εἰπῶ, δύναμαι νὰ τὸ εἰπῶ ὡραιότατα. Δὲν θέλω, δὲν θέλω, δὲν θέλω καὶ δὲν πρέπει νὰ θέλω.
Ἀπευθύνομαι πρὸς ὅλους μὴ ἐξαιρῶν κανένα: Θέλετε νὰ δημιουργηθῇ ἕνας ἰδεολογικὸς κόσμος ὡραῖος; Σεῖς, θὰ τὸν δημιουργήσετε ἅμα σᾶς εὕρουν τὸν δρόμον. Ἐσεῖς θὰ τὸν χαρῆτε, ὄχι ἐγώ. Θέλετε νὰ ξεπαγώσουν, νὰ ξεναρκωθοῦν, νὰ κινηθοῦν οἱ πολλοὶ πρὸς ὅλα τὰ ὡραῖα ποὺ ποθῆτε; Ἀφῆστε με ἐλεύθερον νὰ τοὺς κεντρίσω, καὶ νὰ τοὺς οἰστρῃλατίσω ὅπως ξέρω ἐγώ.
Καὶ σᾶς παρακαλῶ, σᾶς παρακαλῶ, σᾶς παρακαλῶ: Πάρετε νὰ διαβάσετε μίαν Μελέτην τῆς Ἑλληνικῆς Γραμμῆς καὶ τοῦ Χρώματος ποὺ θὰ δημοσιευθῇ εἰς τὴν «Ἀνατολήν». Θὰ σὰς φανῇ καλὴ καὶ τὰ λοιπὰ νὰ εἶναι καὶ δὲν εἶναι τίποτε. Εἶναι σπουδαία -ἐγὼ βλέπετε μιλῶ στῆθος μὲ στῆθος- καὶ δὲν εἶναι τίποτε, ἐν συγκρίσει πρὸς τὰ κατόπιν. Αὐτὰ τὰ δυὸ φύλλα ἔχουν δυὸ ἀγκωνάρια θεμελίων. Ἑνὸς κόσμου. Καθ᾿ ὅλους τοὺς κανόνας τοῦ κτισίματος. Καὶ κόκκορας ἀκόμα ἔχει σφαγεῖ. Καὶ διὰ τὸ κάθε τι εἶναι τὸ ἴδιον. Δὲν θέλετε χιλίας χιλιάδας τοιούτων μελετῶν; Βάλετε τὸ χέρι σας εἰς τὴν καρδιάν σας. Δὲν σᾶς χρειάζονται ἑκατομμύρια τοιούτων ἰδεῶν; Δὲν σᾶς εἶναι χρησιμώτεραι ἀπὸ κάθε ἄλλο; Δὲν προτιμᾶτε σωροὺς ὑλικῶν μὲ τὰ ὁποῖα νὰ κτίσετε σεῖς ὅ,τι θέλετε παρὰ δυὸ τρία τελειωμένα λιθάρια; Καὶ δὲν εἶναι κρίμα ἂν αὔριον ψοφήσω νὰ τὰ πάρω μαζί μου ἐγώ; Διατί δὲν θέλετε νὰ τὰ πάρετε, νὰ τὰ ἐξασφαλίσετε, νὰ τὰ μεταχειρισθῆτε μίαν ὥραν ἀρχίτερα; Ποῖος σᾶς λέγει ὅτι αὔριον δὲν εἶναι πιθανὸν ἕνα κεραμίδι νὰ μοῦ κόψῃ τὸν ἀέρα;
Ἐσᾶς ἐσᾶς σᾶς χρειάζονται αὐτά· ἐμενα δὲν μοῦ χρειάζονται τίποτε. Ἐμένα μὲ ἐνοχλοῦν μόνον, μὲ βαρύνουν μόνον. Μὴ κάμνετε σὰν Εὐρωπαῖοι. Ἐγὼ δὲν κάθομαι νὰ κτενίσω τέτοια βάρη. Ἐγὼ θέλω νὰ εἶμαι ἐλαφρός, σὰν τὸ πουλί. Τύχη τὰ πάντα καὶ τύχη ὤθησεν ἕναν ἀπὸ ἐμᾶς νὰ ἰδῇ δέκα πράγματα περισσότερα διὰ τὴν κοινὴν ζωήν. Πάρετε αὐτὰ τὰ πράγματα, μὴ τὰ χάσετε.
Ἐγὼ τίποτε δὲν σᾶς ζητῶ καὶ τίποτε δὲν ἔχετε νὰ μοῦ δώσετε. Ἐπαίνους δὲν θέλω. Δόξαν σᾶς τὴν χαρίζω. Ἐγὼ θὰ σᾶς ἀδειάσω εἰς τὸ κεφάλι ὅ,τι εἶναι χρήσιμον, κινητικόν, ἡδονικὸν τῆς ζωῆς σας· γρήγορα, γρήγορα καὶ ἔπειτα χαίρετε, χαίρετε. Ἐγὼ μίαν φορὰν θὰ ζήσω, δὲν θὰ ζήσω δυό. Καὶ ὅταν περάσῃ ἡ νεότης, τὰ ρέστα σᾶς τὰ χαρίζω. Κ᾿ ἐγὼ δὲν ἔχω σκοπὸ νὰ φάω τὰ νειάτα μου μὲ σᾶς. Ἐγὼ τὴν μόνην δόξαν ποὺ ἐζήλευσα εἶναι ἡ δόξα τῶν φιλιῶν. Θέλω νὰ αἰσθάνομαι τὸ κεφάλι μου ἄδειο, κούφιο, φορτωμένο μὲ τὸ στεφάνι τῶν φιλιῶν. Καὶ θέλω νὰ πεθάνω νέος. Καὶ θέλω νὰ πεθάνω ὀρθός. Θὰ κάμω ὅ,τι εἶναι δυνατὸν γιὰ νὰ σᾶς πείσω νὰ τὰ πάρετε, γιὰ νὰ σᾶς δείξω ὅτι εἶναι χρήσιμα διὰ σᾶς. Θέλετε νὰ τὰ πάρετε; Πάρετέ τα, εἶναι ἰδικά σας. Δὲν θέλετε; Τύφλα σας!
ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου