Translate

Σάββατο 20 Σεπτεμβρίου 2014

Ολοι Ειμαστε Μεθυσμενοι........................Ο μεθυσμένος, όπως παρατήρησε ο Ντοστογιέφκσι, δεν πίνει για να ξεχάσει, απεναντίας πίνει για να θυμηθεί. Δραματοποιεί το παρόν δεξιωνόμενος το παρελθόν εν βρασμώ καρδίας. Ακατάπαυτη ιδεόρροια, σάμπως να φέρει μέσα του τα σπλάχνα δέκα ανθρώπων, δεξιοτεχνία στους δραματικούς αναχρονισμούς, μπουφόνος κατά ευτυχή σύμπτωση και οδυνόμενος κατ’ ανάγκη, παριστάνει τον σωσία του εαυτού του που επανήλθε αψηφώντας τον χρόνο. Σε αυτές τις στιγμές παρατηρούμε ότι δεν νοείται ανάκληση χωρίς δραματικό νόημα. Είτε στο σπίτι του έχασε στα χαρτιά, είτε δεν άντεξε κάποτε μια προσβολή, ο μεθυσμένος αντιδρά σαν έμπειρος υποκριτής, παίζει θέατρο όχι μόνο για να θεατριστεί μπροστά στα (πάντα απαραίτητα) μάτια των άλλων, αλλά κυρίως για να θυμηθεί την αλήθεια του εαυτού του που λανθάνει μισοναυαγισμένη. [σ. 80] papagiorgis Για άλλη μια φορά η ζωή (άρα και το τέλος με το οποίο είναι οργανικά ζευγαρωμένη) ξεπερνάει την φαντασία και την γραφή, την φιλοσοφία και την ανάγνωση. Φέτος άρχισα να επιστρέφω στα κείμενα του Κωστή Παπαγιώργη, έχοντας διανύσει έναν μεγάλο κύκλο αναγνωστικής εμπλοκής με την δοκιμιακή και φιλοσοφική γραφή. Και πάνω που ήδη τελείωσα την τόσο διαφορετική, κατά εικοσιπενταετία μεταγενέστερη ανάγνωση των δικών του ευαγγελίων, πάνω που προετοίμαζα μια οριακή διαλεκτική επ’ αυτών και με τον ίδιο και ακριβώς την ημέρα που άρχισα να ετοιμάζω την πρώτη καταγραφή αυτής της τόσο δύσκολα καταγράψιμης «ανάγνωσης», έμαθα την ταχύτατη φυγή του. Ευτυχώς, στο τέλος πάντα επανακάμπτει η γραφή, εκδικείται με την δική της διάρκεια και η Μνήμη στην οποία αφιέρωσε [και …«αφιέρωσε», όπως μεταφορικολογούμε] ένα πυκνό βιβλίο θα ενοικεί και στα γραπτά του. 1320243352bΑκόμα θυμάμαι την έκπληκτη αίσθηση της ανάγνωσης του πρώτου βιβλίου του που έπιασα στα χέρια μου, του Ίμερος και κλινοπάλη, τότε στις εκδόσεις Ροές [1988], σ’ ένα μικρόσχημο τομίδιο με την έκσταση της Αγίας Θηρεσίας στο εξώφυλλο, δίπλα σε μια πλατειά πορτοκαλιά γραμμή και αργότερα το Περί μέθης [Ροές, 1987], βασικό εγχειρίδιο τότε για μας να κατανοήσουμε όχι τους «αλκοολικούς» επιδειξίες συγγραφίσκους του θλιβερού μας μικροελληνικού χωριού αλλά τους αληθινούς ροκ εντ ρόλλ χαρακτήρες, όπως ο Nick Cave τότε, για τους οποίους οι προαναφερθέντες αντιγραφείς των ξένων μεθυσμένων είχαν κατα-μαύρα μεσάνυχτα. Στο τέλος της γραμμικής μνήμης, φτάνω στο πρόσφατο πρώτο τεύχος του Νέου Πλανόδιου που κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό, με κεντρικό αφιέρωμα ακριβώς την γραφή του Κωστή Παπαγιώργη. Μια φράση από εκεί αποδίδει ακριβώς την συγγραφική ιδιοσυστασία του: καλλιεργητής της στοχαστικής, νευρώδους, ελευθέριας γραφής, που παλινδρομεί διαρκώς ανάμεσα στην προσωπική έκφραση και τη γενική ερμηνευτική, ανάμεσα στη φιλοσοφία και τη λογοτεχνία, χωρίς να λογοδοτεί σε καμία. Memory-myths-001Μας αρέσει, αρχίζει ο Παπαγιώργης, να μας μιλούν για την συνείδηση, για το εσωτερικό κάτοπτρο που διαθέτουμε, κι ύστερα να παρακολουθούμε πάνω στο μυθικό μας έσποπτρο ράκη του εαυτού μας και του κόσμου. Μόνο που και απολησμονημένες σκηνές καταλαμβάνουν εξαπίνης την σκηνή της συνείδησής μας και μας μετακινούν σε ένα βάθος που μας ανήκει αποκλειστικά. Εκεί βλέπουμε κάτι που οι άλλοι δεν βλέπουν, ζούμε ψευδαισθητικά κάτι που ξαναζήσαμε άλλοτε, σ’ έναν ακαριαίο αποκρυφισμό της στιγμής. Η ανακλητικότητα αυτή δεν είναι διόλου δεδομένη, καθότι καταφτάνει μέσα από έναν δρόμο που δεν ελέγχουμε. Paul Klee - Carpet of Memory 1914_Οι επαφές μας ασκούνται στην πανοψία: πρόσωπο με πρόσωπο βλέπουμε τα πάντα, αλλά όχι το παρελθόν τους – ιδού το όριο στην εποπτεία των άλλων. Το παρελθόν τους τούς ανήκει, βρίσκεται στο αφανές του ιδιωτικού τους χρόνου. Ρωτάμε τον άλλον «Πόσων χρονών είσαι;» αλλά ουδέποτε «Πόση μνήμη έχεις;». Τα ημεροχρονολόγια δεν τα γνωρίζει η μνήμη· ο τρόπος που εισάγεται και εξάγεται κανείς από τον χρόνο του μοιάζει να αναγνωρίζει κάποιο «κατώφλι», μετά από το οποίο το εδώ και το εκεί, το τώρα και το άλλοτε διαθλώνται και εναλλάσσονται. Χωρομαθημένοι καθώς είμαστε, δύσκολα κατανοούμε την αιφνίδια σύνδεση του άλλοτε και του τώρα. Διαθέτουμε μήπως μνημονική αλχημεία η οποία καταργεί τον χρόνο και τον χώρο; Μπορούμε να ισχυριστούμε ότι βλέπουμε την μνημονική παράσταση με τέσσερα μάτια; Δύο του αλλοτινού εγώ μας και δύο του τωρινού; hqdefaultΗ καθημερινή μας ανάκληση του παρελθόντος δεν αποτελεί μια απλή τεχνική του ψυχοπρακτικού βίου. Η μνήμη ανακαλεί τα πάντα: μέσα στο άηχο ενδιαίτημά μας ξαναβλέπουμε ξέφτια από παλαιά πρόσωπα, σκηνές από γλέντια, μια οδυνηρή μετακόμιση, κάποια ευτυχή συνάντηση, καθημερινές παραστάσεις με σούρτα φέρτα, φευγαλέες κουβέντες, ένα κραταιό συλλαλητήριο. Το παράδοξο, γράφει ο Παπαγιώργης, είναι ότι ενώ μια παρελθούσα εικόνα επανέρχεται όταν την ανακαλούμε, την συλλαμβάνουμε στατική και ασάλευτη. Ανήκει μήπως σε μια αδιερεύνητη εσωτερικότητα, σε μια δική της πατρίδα απ’ όπου πρέπει να εκπατρισθεί για να μας δοθεί; Η κίνηση απουσιάζει, αφού το παρελθόν αποτελεί μόνο μία διάσταση του χρόνου· πώς να κινηθεί κάτι αν δεν διαθέτει και τις τρεις χρονικές διαστάσεις; Η μνήμη μνημειώνει αλλά δεν αφηγείται· εμφανίζεται στιγμιοτυπικά, σαν απόκομμα, σαν ασάλευτη εικόνα. Η όραση υπερτερεί κατά κράτος και η στιγμιοτυπική μνήμη αποδίδει τον χώρο, το σχήμα, το πρόσωπο, αλλά στερείται χρόνου και κινήσεως. Όλες οι εικόνες έχουν πέσει θύματα της ασάλευτης αχρονικότητας. henribergson2Η μνήμη δεν ψάχνει – αυτή που γυρεύει είναι η ανάμνηση, που επιδίδεται σε ετεροκίνητη έρευνα. Δεν κλαίμε για κάτι συγκεκριμένο, κλαίμε για όλες τις δυστυχίες της ζωής μας, όπως γράφει ο Ίταλο Σβέβο. Κι εδώ αρχίζει η μεγάλη ανασκαφή του Παπαγιώργη στους φιλοσόφους, λογοτέχνες, ερευνητές της μνήμης. Από Αριστοτέλη και τον Αυγουστίνο, στον Καντ και από τον Χιουμ στον Φρόυντ, από τις πρωτοπόρες συλλογιστικές των Henri Bergson και Edmund Husserl στα γραπτά των Gilles Deleuze, Maurice Halbwachs, Emmanuel Kant, Maurice Merleau – Ponty, Paul Ricoeur και άλλων μνημογράφων. Και βέβαια από τον Ναμπόκοφ και την βιογραφία του Μίλησε μνήμη όπου ακριβώς ζητάει από την μνήμη του να μιλήσει μέχρι τον Μαρσέλ Προυστ που υποβαθμίζει την μνημονική πράξη και στρέφεται προς την «αναζήτηση» του χαμένου χρόνου. Ο Ζιλ Ντελέζ ερμήνευσε παραδειγματικά την προυστική τεχνική του μυθιστορήματος. Πιστεύοντας ότι δεν ανακαλύπτουμε την αλήθεια ωσάν να κρύβεται σε μια πτυχή της μνήμης αλλά την πλάθουμε, υποστηρίζοντας ότι δεν αντιγράφουμε τη ζωή αλλά την επινοούμε, προσδίδει ιδιαίτερα βαρύτητα στην μαθητεία. Gilles DeleuzeΔιάνοια, αντίληψη, μνήμη ρέπουν προς το αισθητό, λατρεύουν ή απεχθάνονται αντικείμενα, ενώ η μαθητεία του μυθιστοριογράφου αφορά την ερμηνεία των εκάστοτε σημείων, όχι την υλικότητά τους. Άλλωστε το αντικείμενο πάντα απογοητεύει, αποδεικνύεται κατώτερο του αναμενόμενου, αντίθετα το σημείο επιδέχεται πολλαπλές ερμηνείες, με τελική κατάληξη να αποδεικνύεται βαθύτερο από το πρόσωπο ή το πράγμα. Η μυστική δύναμη του αφηγητή οφείλεται στο γεγονός ότι δεν παγιδεύεται στα πράγματα που περιγράφει, ο έρωτας δεν ενσαρκώνεται στην συγκεκριμένη γυναίκα, οι τόποι και οι εποχές δεν είναι αθροίσματα εντυπώσεων. Το «λίγο» ή το ανεπαρκές της πραγματικότητας αντισταθμίζεται με την πολύτιμη πλασματικότητα του αφηγητή. [σ. 130 – 131] ΚΠΘα συνεχίσουμε να διαβάζουμε τα απολαυστικά – ταυτοχρόνως φιλοσοφικά και προσωπικά – γραπτά του Παπαγιώργη και θα συνεχίσουμε να συνομιλούμε μαζί του, έστω και στην νέα ιδιόμορφη παρουσία – απουσία. Ολόκληρο το έργο του, άρα και όλες οι επανεκδόσεις, κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Εκδ. Καστανιώτης, 2008, σελ.335, με τρισέλιδη βιβλιογραφία. Στην τέταρτη εικόνα: Το χαλί της μνήμης [Paul Klee, 1914]. Στις δυο προτελευταίες: Henri Bergson, Gilles Deleuze. Πρώτη δημοσίευση: mic.gr, στο Βιβλιοπανδοχείο, 150 / The only thing that shines. Η μνήμη μας δηλαδή και η Μνήμη του. About these ads

ΑΠΕΙΡΟΙ ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΠΕΦΤΟΥΝ ΚΑΙ ΚΟΙΜΟΥΝΤΑΙ τον αξύπνητο. Πεθαίνουν στις μάχες και στους ωκεανούς, στον αέρα, στο διάστημα και στις μεγάλες λεωφόρους· πεθαίνουν στα σπίτια τους και στα εργοστάσια· πεθαίνουν περπατώντας ή σε στιγμές αφροδίσιας παραφοράς· πεθαίνουν στις κλινικές και στα νοσοκομεία· πεθαίνουν από δηλητήριο, πιστόλι ή μαχαίρι, από ξένα ή από δικά τους χέρια· πεθαίνουν θέλοντας και μη. Το φαινόμενο είναι τόσο οικείο και καθημερινό ώστε ενδιαφέρει μονάχα τους στατιστικολόγους. Αρκεί όμως, σαν κάννη, να το στρέψει κανείς προς τον εαυτό του για να γίνει εν ριπή οφθαλμού σκάνδαλο. Πεθαίνουν οι άλλοι, η ανώνυμη μάζα ή τα πιο κοντινά πρόσωπα —άλλα κι εγώ;
Μολονότι όλη η νεκρή ανθρωπότητα το μαρτυράει εν χορώ, ο θάνατος παραμένει για τον άνθρωπο κάτι απαράδεκτο και ακατανόητο. Γενικά την κρυπτική της βαθύτητα η ζωή την οφείλει πιθανώς στο ότι την διάγουμε ολόκληρη, ή το μεγαλύτερο μέρος της, με τη βασανιστική σκέψη μιας στιγμής που είναι απολύτως αδύνατο να βιώσουμε. Εξ ου και οι αμήχανες εκφράσεις: «έχασε τη ζωή του», «πεθαίνει» κτλ. Κανείς δε χάνει τη ζωή του... Κανείς δενπεθαίνει σε ενεστώτα... Τη στιγμή του θανάτου ο άνθρωπος δεν υπάρχει. Ακόμα και στην τελευταία του στιγμή δε «χάνει» ούτε «πεθαίνει» —απλώς ανήκει στη ζωή.
Όσο λογικό δαιμόνιο κι αν διαθέτει ο θνητός, του είναι αδύνατο να κατανοήσει το πέρασμα από την παρουσία στην απουσία, να δεχτεί την ελάχιστη στάχτη που αφήνει το καμένο του κορμί. Σαν τερατώδης άρνηση της ζωής, ο θάνατος παραμένει το απροσπέλαστο. Κανείς ζωντανός δεν τον γνωρίζει κι όσοι τον «γνώρισαν» δεν μπορούν πια να μας μιλήσουν. Σκοτεινός ορίζοντας στις ακρώρειες της ζωής, αλλά και αθέατη σκιά πίσω από κάθε μας πράξη, απειλεί σιωπηλά και στη σιωπή καταδικάζει όσους τον «βιώνουν».
Αυτή την αλλόκοτη μη βιωσιμότητα του θανάτου ο Επίκτητος τη χαρακτήριζε πολύ απλά: ουδέν προς ημάς. Δεν μας αφορά. Τι νόημα έχει για τον άνθρωπο κάτι που όσο ζει αδυνατεί να το γευτεί και μόλις το δοκιμάσει κεραυνοβολείται για πάντα; Η στωική απάθεια δεν θέλει να δει ότι, παρά το ανέφικτο της εξήγησής του, ο θάνατος —ως σκέψη, φόβος, όριο του μέλλοντος, σαρδόνιος γέλως— αναστατώνει τη ζωή γιατί γελοιοποιεί τα ερείσματά της. Την μεταμορφώνει σε απίθανη παρωδία της ευτυχίας, γιατί αφαιρεί από την ύπαρξη του θνητού κάθε πειστικό νόημα. Προς τι η παρουσία, όταν ισοβίως βιώνεται σε μια κατάσταση πολιορκίας με προεξοφλημένη έκβαση; Τι ποντοπορία είναι αυτή που έχει σίγουρο το ναυάγιο;
Το ουδέν προς ημάς έχει κάτι από τις ιδιοφυείς παιδικές αντιδράσεις. Αντίθετα, η θνητή ύπαρξη φαίνεται να βρίσκει τη σοβαρότητά της από τη στιγμή που κατορθώνει να συλλαβίζει το σκοτεινό υδατόσημο που ενέχει. Τότε η ζωή μοιάζει συνταγμένη με τα ιερογλυφικά του θανάτου. Πρόκειται για μια συνταρακτική διττογραφία που, όταν γίνει συνείδηση, πειθαναγκάζει τον κάθε θνητό να φοράει κατάσαρκα, μέσα από την κατά κόσμον στολή, το σάβανό του. Όσες φορές κι αν το πούμε δεν αρκούν. Υπάρχει το μέγα βασίλειο των νεκρών. Το ισχυρότερο αντίδοτο της έπαρσης.
Θέλοντας και μη οι πάντες ζουν με το εξιτήριο στο χέρι. Γι' αυτό ακριβώς οι θρησκείες έχουν το μεταφυσικό δίκιο με το μέρος τους. Η δημαγωγία της αθανασίας της ψυχής, ονομάζοντας τη ζωή απλό πέρασμα, γέφυρα, εξορκίζει το θάνατο γιατί τον κάνει μεσοσταθμό και όχι τέρμα. Με παρόμοιες υποσχέσεις, που έχουν άπειρες δυνατότητες πειθούς ώστε να αντέξουν όσο και ο ανθρώπινος τρόμος, όχι μόνο νικιέται ο θάνατος, αλλά και η ζωή αποκτά κύρος. Κάθε στιγμή, αντί να γίνεται μια επιπλέον ρωγμή στην ύπαρξη, παίρνει νόημα αιωνιότητας. Και νυν και αεί.
Ακόμα και οι σπουδασμένοι στα δώδεκα σκαμνιά —της γνώσης, του πόνου, της ταπείνωσης— αναγνωρίζουν τη μέγιστη πειθώ της ρητορικής τού μετά θάνατον. Συνάδουν κι αυτοί στο ρυθμό τού «δώστε μου αυτό που δεν έχω». Μέχρι πότε όμως;
Έστω κι αν το ψέμα είναι το αλάτι της αλήθειας, έρχεται μια στιγμή που κουράζουν αφόρητα τόσο το ψέμα όσο και η αλήθεια. Αιώνες αναμονής και άγονης υπακοής άρκεσαν για να μετατρέψουν την πίστη στην αθανασία της ψυχής ή στη θνητή της μοίρα, από θρησκευτικό πρόβλημα σε θέμα ύφους. Ποιος ενδιαφέρεται πια για το στοίχημα του Πασκάλ; Αφού με ένα «πιθανόν» ή ένα «ίσως» αλλάζει κυριολεκτικά νόημα ό κόσμος, με τη βοήθεια ενός απλού «όχι» μπορεί κανείς να βρει την ελευθερία του.
Ο θάνατος έχει την ιδία συμπεριφορά με το φαρμάκι. Σε μικρές δόσεις όχι μόνο δε σκοτώνει, άλλα δίνει δύναμη. Το δάσος από τα ξύλα του καίγεται, λέει το φαρμάκι, και ή ζωή από ζωή πεθαίνει. Πεθαίνει κανείς επειδή έζησε. Τίποτε άλλο. Όσες φανταστικές κλίμακες κι αν πλάσουμε για να γλυτώσουμε από τον κόσμο, στο τέλος βαραίνει η πίκρα του Αχιλλέα και o νόστος του για τον θνητό βίο.
Απόφαση ή στάση ζωής, αυτή η σκέψη αναγκάζει όλο το βίο να καταγίνεται στη διευκρίνηση τού «τίποτε άλλο». Όποια μάτια κι αν δανειστούμε βλέπουμε πάντα δι' εσόπτρου εν αινίγματι. Γι' αυτό και όλοι οι δρόμοι υπόσχονται μελλοντολογώντας. Φυσικοποιώντας το θάνατο —πεθαίνουμε σαν τις γάτες, σαν τα φύλλα, σαν τα σκουλήκια— η φύση καταλήγει να γίνει αίνιγμα. Μετατρέποντάς τον σε μετεμπειρικό δράμα, ο κόσμος ξεπέφτει σε συμπτωματική ιλαροτραγωδία. Εξορθολογίζοντάς τον (ό,τι είναι ο ύπνος για τον άνθρωπο, είναι ο θάνατος για το είδος) φτάνουμε να λέμε πράγματα που το κόστος της αληθοφάνειάς τους είναι κατά πολύ ανώτερο από την αλήθεια τους. Γενικά κάθε επινοημένη οδός, αντί να πασχίζει για τη συντομία, επιμηκύνεται ατελεύτητα με απώτερη σκοπιμότητα να αποκρύψει το τέρμα. Όσο για τη γνωστή διέξοδο, να στραφεί κανείς προς τη ζωή για να μοιάσει με τους άλλους, δείχνει γρήγορα το ιταμό της πρόσωπο. Είτε διαλύεται σε απροσωπία, είτε κατανοεί ότι όσο βαθύτερα στη ζωή, τόσο βαθύτερα στο θάνατο.
Αλλά δεν ισχυριζόμαστε ότι η ανθρωπότητα ζει αποκλειστικά με ερμηνείες. Πριν από κάθε εξήγηση, αλλά και μετά από κάθε εξήγηση, τον πρώτο λόγο έχει η αμεσότητα που εξασφαλίζει με συντριπτικό ποσοστό ψήφο εμπιστοσύνης. Το αθεμελίωτο είναι κι αυτό θεμέλιο. Έτσι το αίσθημα του τερατωδώς εξαπατημένου που έχει κάθε θνητός, όταν στα μισά του βίου του (nel mezzo del camin di nostra vita) ανακαλύπτει ότι ζει-για-να-πεθάνει ή έστω ζει-και-θα-πεθάνει, με τις αναρίθμητες προσαρμογές, από ριζική απελπισία καταντά πωρωμένος σχετικισμός. Τότε ο σοβαροφανής τραγέλαφος διαπρέπει. Με λεπτότατες λοβοεκτομές, που παραδόξως πάντα πετυχαίνουν, η φημισμένη κλινική του αυτονόητου συντηρητισμού δρέπει τις δάφνες της καθυποταγης. Η μόνη μεταφυσική είναι πια η αποφυγή του ανεξήγητου. Η καθημερινότητα βιώνεται ως παρακαμπτήριος. Όλα συμπλέκονται μέσα σε αυτό το απατηλό υφάδι. Εκτός βέβαια από τη μία, την εξ ορισμού αβελόνιαστη κλωστή.
Μέσα στην κοινωνία της κακής πίστης, μέσα στην ανοστανάλατη ζωή που τρώει το κουτόχορτο ατελώνιστο —ω κοινωνική επιτυχία! ω λαμπρή σταδιοδρομία! ω όνειρα που γίνατε πραγματικότητα!— παρά να ψάχνει, με κίνδυνο φυσικά, να βρει το σπάνιο γκρεμνόχορτο, ο μεθυσμένος φέρνει το γκρεμνόχορτο μέσα του. Δεν είναι πάντα ο χαρισματικός. Δεν έχει τη σοβαρότητα η οποία κατέχει το ασφαλές ένστικτο της αλήθειας. Τις περισσότερες φορές το τάλαντό του είναι  αρνητικό. Δεν δημιουργεί. Υπονομεύει και υπονομεύεται. Ωστόσο έχει το λαμπρό κύρος της αθλιότητάς του ώστε στις μοναδικές εξάρσεις του να μπορεί να αφουγκράζεται την μαύρηmusica humana.
Αξίζει ασφαλώς να πούμε εδώ ότι η μέθη δεν έχει σχέση με τις χαζοπαρέες που, στεφανωμένες με τα φτηνά άνθη της φλυαρίας, υποκαθιστούν τη χλιαρή τους φύση με την δανεική έξαρση του αλκοόλ και εγκαταλείπουν πολύ πριν αρχίσει η καθαυτό τελετή. Το μεθύσι, ό,τι κι αν λέει η παράδοση αιώνων, δεν είναι πράγμα της χαράς. Μοιάζει με τη θάλασσα: άλλοι την ταξιδεύουν και την κολυμπούν, κι άλλοι πάνε στα νερά της να πνιγούν. Όπως λοιπόν χωρίζουμε τον δημοσιογράφο από τον συγγραφέα, τον καθ' έξη φουστανάκια από τον ερωτευμένο, επιβάλλεται μια βασική διάκριση εκείνων που πίνουν για να έρθουν στο κέφι από τον —ας πούμε τη λέξη— επαγγελματία μέθυσο.
Στην πρώτη περίπτωση έχουμε να κάνουμε με την πασίγνωστη ατμόσφαιρα του πανηγυριού, του γάμου, της πολυπρόσωπης συντροφιάς που χρησιμοποιεί το αλκοόλ σαν παυσίπονο και μεγεθυντικό μετασχηματιστή της απόλαυσης. Κανείς δεν μπορεί να υποτιμήσει αυτά τα (ομηρικής καταγωγής) ξεφαντώματα. Μέσα τους πάλλει η ψυχή της κοινότητας. Τους λείπει όμως η πένθιμη εσωτερικότητα που διακρίνει την κατάσταση του αληθινού μέθυσου. Ο τελευταίος δεν πίνει για να ξεχάσει —αντίθετα με το πιοτό ανασταίνεται η μνήμη του. Προπάντων, δεν πίνει με μέτρο από φόβο μήπως ξεπεράσει τα όρια. Ίσα ίσα τα όρια είναι που τον ενοχλούν. Πίνει απολύτως. Αχόρταγα και βάρβαρα, όπως έγραφε για τον Πόε ο Μποντλέρ. Και μέσα στην ακόρεστη διψομανία του, με την επικουρία της τύχης, συναντά ένα βέβηλο νεύμα που ψάχνει τα ανύπαρχτα ριζώματα.
Όπως ο μαθητευόμενος σαμάνος δέχεται να τον φτύνει ο δάσκαλός του στο στόμα και καταπίνει το σάλιο του για να μυηθεί στους δρόμους των δυστυχιών και της κόλασης, ο μέθυσος πίνει κι αυτός το σάλιο του Θεού του. Κάθε πότης κρύβει μύηση και ως τέτοια απαιτεί μακρόχρονη άσκηση. Θα πρέπει να σβήσουμε από τη μνήμη μας το άχαρο θέαμα των ανθρώπων που υποκύπτουν αμέσως στο αλκοόλ με τα πρώτα ποτήρια. Αυτούς που χάνουν τον κόσμο γύρω τους, ζαλίζονται, εμέσουν, κλαίνε, λιποθυμούν. Σαν το χέρι του παλιού εργάτη, που δε φουσκαλιάζει πια γιατί έχει τους κάλους του, η πολύχρονη συνήθεια έχει θωρακίσει τον μέθυσο από αυτούς τους κινδύνους. Δεν τον κάνει Σωκράτη. Αντίθετα τον προετοιμάζει για την τελική κατάρρευση, η οποία όμως δεν είναι ανάξια αδιαθεσία, αλλά πανάρχαιος πόνος.
Να γιατί δεν επιτρέπει ποτέ στον εαυτό του να εγκαταλείψει το μεθύσι του στην απλή ζάλη, στον χαμηλό πυρετό. Ο σκοπός του, γιατί εξάπαντος υπάρχει σκοπός στο ποτό, είναι να φτάσει στη μέθη, στο (θλιβερό) ναυάγιο. Τα μάτια των άλλων σε ετούτες τις ώρες είναι το μόνο βαρόμετρο. Όσο ανεβαίνει ο οίκτος στις ψυχές τους, τόσο αυτός κατεβαίνει στα έγκατά του. Γίνεται κουρέλι. Πληγώνει τον ανύποπτο αέρα γύρω του. Δεν τον κρατάνε τα πόδια του. Στην ουσία δεν τον κρατάει τίποτα. Στις ακραίες εντάσεις του δε γνωρίζει ούτε τη μάνα που τον γέννησε. Εντούτοις μέσα του, κατά θυμόν, εξακολουθεί να τρεμοπαίζει ένα πελιδνό φως (συνθηματικά χτυπήματα σε μια θύρα, βουβή συνομιλία με την απόγνωση). Κατρακυλώντας από τις πληθωρικές εγκαρδιότητες της αρχής σε μιαν αντικοινωνικότητα αγίου, ταξιδεμένος σύρριζα στη νύχτα, τολμάει να πει με χειρονομία αρχιερατική:Ίδε ο άνθρωπος!
Θα έλεγε κανείς ότι οι λίγες ώρες της μέθης συγκεφαλαιώνουν ολόκληρη τη ζωή. Αρχίζει κι αυτή με αμήχανα γέλια και λειψά φερσίματα. Σιγά σιγά γίνεται έφηβη και ψυχανεμίζεται τη δύναμη. Η προσωπικότητα πολλαπλασιάζεται, γεμίζει πτυχές, για να φτάσει σε ένα σημείο όπου το μυαλό φουντώνει κανονικά σαν πυρκαγιά. Βλέπει τότε κανείς μέσα από τους μικρούς φεγγίτες των ματιών του μεθυσμένου τις φλόγες που γλείφουν την αρχιτεκτονική του κρανίου του. Είναι η στιγμή που όλα μπορεί να γίνουν. Κι όπως κάθε πυρκαγιά, δεν αργεί πολύ να κοπάσει. Επέρχεται τότε μια καθολική κατάρρευση, που έχει πολλά από τα γνωρίσματα του θανάτου. Είπαν το θάνατο αποτυχία, ναυάγιο, κατασυντριβή —ό,τι δηλαδή είναι η μέθη στην ευγενή (και γι' αυτό άθλια) εκδοχή της.
Ο μέθυσος είναι θιασώτης του διαμπάξ. Το τελευταίο ποτήρι δεν προλαβαίνει ποτέ να το πιει. Γι' αυτό και κάθε σχετικός πότος, κάθε μέτρο και συγκρατημός μοιάζουν στα μάτια του με την τρέλα εκείνου που ανάβει το λυχνάρι για να δει τον ήλιο. Η ροπή του, σαν καταραμένος ίμερος, κατατείνει στην πλήρη απογύμνωση. Να γίνει σαν το θάνατο, έξω από κατηγορίες και εξηγήσεις. Τότε επαληθεύεται ότι τα δανεικά ρούχα ζεστασιά δεν πιάνουν. Ό,τι προσφέρεται στη μέθη είναι δανεικό ρούχο. Και ειδικά ή μέριμνα για την υγεία, αυτή τη θεά που αργά ή γρήγορα παραδίνεται στα χέρια των γιατρών.
Σαν το θάνατο που δεν ολοκληρώνει τίποτα, δε δικαιώνει, δεν κάνει φιλίες ούτε δίνει αποκρίσεις, η μέθη που όντως σέβεται τον εαυτό της φτάνει σε ένα σημείο αυτοδιάλυσης όπου όλος ο κόσμος κρέμεται από ένα στάχυ. Άθυρμα αθύρματος. Είναι κι αυτός ένας τρόπος να αυτοχειροτονείσαι σε μύστη του θανάτου και να κρίνεις, αν όχι να εκδικείσαι τη ζωή. Ο μεθυσμένος δεν θέλει να βγάλει από μέσα του το αλκοόλ, αλλά τον κόσμο. Το σύμπαν ολόκληρο μαζί με την συντετριμμένη του ύπαρξη. Όπως η εσχατολογία στην αντιστροφή της γίνεται σκατολογία, ο μεθυσμένος, διάκονος κι αυτός της υπέρβασης, δραπετεύει από το είναι με το μόνο τρόπο πού διαθέτει: προκαλώντας γενική συσκότιση. Εκεί είναι η νύχτα μέσα στη νύχτα. Καμιά ιστορική αύρα δε θροΐζει, καμιά παλίρροια του νοήματος δεν ανεβαίνει.
Μια τέτοια απόκληρη ψυχή δεν έχει αξίες, δεν παράγει έργο, δε μεριμνά. Ακόμα και η αυτοσυντήρηση σφαδάζει μέσα της φιμωμένη. Αρχαϊκά σχήματα την τυραννούν και μέσα από τα ασυνάρτητα λόγια της μπορεί κανείς να διακρίνει κάποιες μυστηριακές φρικιάσεις, που δεν τιμούν ποτέ τις νηφάλιες ψυχές. Η σκέψη της αεροσέρνεται σαν λαβωμένη ελευθερία πού σπαταλιέται άγονα, γιατί η σπατάλη είναι η ίδια η δύναμή της.
Το θεμελιακό σε αυτή τη βάρβαρη γιορτή του αυτοαφανισμού είναι ότι το μεθύσι δεν έχει δικό του μυαλό. Άρα δεν μπορεί να σκεφτεί με δικό του κεφάλι. Ο πόλεμος που στήνει έχει σκοπό να γκρεμίσει το φρούριο του νου, να σύρει αυτή την εξουσία ποδοπατώντας την. Έτσι εξηγείται η γοερή διάθεση αυτοτιμωρίας που προδίδουν τα νεύματα του μεθυσμένου. Στο βάθος της μέθης υπάρχει πάντα ένα πομπώδες θυσιαστήριο, που αναμένει τον σφαγιασμό της αυτοσυνείδησης.
Ύπαρξη χωρίς ξεχωριστή μοίρα και ολοκλήρωση, χωρίς κανέναν ηρωισμό, μια ψυχή μέσα σε μια φτυσιά, όπως θα έλεγε ο Σιοράν, ό μεθυσμένος έχει τη δική του αυτοκτονία. Δεν τσακίζεται πέφτοντας από τα ύψη, δε γίνεται φονιάς του εαυτού του, προτίμα την καθημερινή αυτοκτονία, όπως αυτοχειρία είναι η όποια ζωή που καθημερινά μικραίνουν οι προθεσμίες της:καθ' εκάστην ήμέραν αυτοαναλίσκετω ό βίος και μέρος αυτού καταλείπεται έλαττον. Από μέρα σε μέρα και από μποτίλια σε μποτίλια τω εγγυτέρω του θανάτου εκάστοτε γίγνεσθαι.
Κάθε Παρασκευή θάβει μια Πέμπτη και κάθε μεγαλοβδομάδα μια μικρή, κάθε Απρίλης θάβει κάποιον Μάρτη και κάθε χρόνος κάποιον άλλο χρόνο, ο αιώνας θάβει τον αιώνα και μέχρι την έλευση του μεγάλου ενιαυτού το μαύρο γάλα προσμένει να γαλουχήσει τις γενιές των θνητών. Αλλά η μέθη δεν πρέπει να πέφτει στα χέρια των γυναικών και των εφήβων. Οι γυναίκες μεθάνε μόνο με έρωτα, ενώ η ήβη δεν έχει ικανή υποψία της νύχτας. Οι ευγένειές της έχουν το σφυγμό των θετικών πλευρών της ζωής. Μόνο ό άντρας που είναι αληθινά βασάνης, τιμωρημένος από τη σκέψη και την ηδονή, μπορεί να πετάει τις σάρκες του στα όρνια. Γι' αυτόν μιλάει ο στίχος του Μποντλέρ: χωρίς φόβο και τύψη θα γείρω καταγής να κοιμηθώ σαν το σκυλί.

ΚΩΣΤΗ ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗ, Περί μέθης (1990)
Το Περί θανάτου είναι το προτελευταίο κείμενο
από το τελευταίο κεφάλαιο (Ε') με τίτλο
Χάλασα το χρόνο, τώρα ο χρόνος χαλάει εμένα.
Ριχάρδος Β'

__________________ 
Σημειώσεις Μποτίλιας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου