Translate

Παρασκευή 26 Σεπτεμβρίου 2014

ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ.....................

Φοβερόν πράγμα είνε η άγνοια και πολλών κακών γίνεται πρόξενος εις τους ανθρώπους, διότι ρίπτει επί των πραγμάτων ως μίαν ομίχλην και την αλήθειαν αμαυρόνει και την διαγωγήν εκάστου ανθρώπου επισκοτίζει. Ομοιάζομεν επομένως όλοι προς τους πλανωμένους εις το σκότος ή μάλλον παθαίνομεν όμοια με τους τυφλούς• και άλλοτε μεν προσκόπτομεν εις τα αντικείμενα, χωρίς να δυνάμεθα να προσέχωμεν, άλλοτε δε χωρίς ανάγκην τα υπερβαίνομεν• και ό,τι μεν είνε πλησίον και προ των ποδών μας δεν βλέπομεν, το δε μακράν ευρισκόμενον και πολύ απέχον φοβούμεθα ως να μας ενοχλή. Εν γένει δε εις πάσαν μας πράξιν δεν κατορθώνομεν ν' αποφεύγωμεν τα σφάλματα και ως επί το πλείστον ολισθαίνομεν. Διά τούτο η άγνοια έχει δώση ήδη εις τους τραγικούς ποιητάς μυρίας υποθέσεις δραμάτων, όπως τα δυστυχήματα των Λαβδακιδών και των Πελοπιδών και τα παρόμοια• διότι αι πλείσται των συμφορών αι οποίαι αναβιβάζονται εις την σκηνήν, δύναται κανείς να εύρη ότι προξενούνται υπό της αγνοίας, ως υπό κακοποιού τινος πνεύματος. Λέγω δε αυτά αποβλέπων, και εις άλλα, αλλά προπάντων εις τας μη αληθείς και εναντίον οικείων και φίλων διαβολάς, ένεκα των όποιων και οικογένειαι έγιναν άνω κάτω και πόλεις κατεστράφησαν εξ ολοκλήρου, πατέρες έγιναν θηρία κατά των τέκνων και αδελφοί κατά των αδελφών και τέκνα κατά των γονέων και ερασταί κατά των ερωμένων• πολλαί δε φιλίαι διερρήχθησαν και οικογένειαι περιήλθον εις διχόνοιαν, ένεκα της ευπιστίας εις τας διαβολάς.
Διά να υποπίπτωμεν λοιπόν όσον το δυνατόν ολιγώτερον εις αυτάς, θέλω να δείξω διά του λόγου, ως επί εικόνος, τι είνε η διαβολή, πώς αρχίζει και ποία αποτελέσματα έχει. Αλλ' ο Απελλής ο Εφέσιος {59}μ' επρόλαβεν ήδη εις την σύνθεσιν αυτής της εικόνος• διότι και αυτός συκοφαντηθείς προς τον Πτολεμαίον {60} ως λαβών μέρος μετά του Θεοδότου εις την συνωμοσίαν της Τύρου, ενώ ο Απελλής ούτε την Τύρον είχεν ίδη ποτέ ούτε τον Θεοδόταν, περί του οποίου απλώς εγνώριζεν εξ ακοής ότι ήτο είς των υπάρχων του Πτολεμαίου και του ήτο ανατεθειμένη η διοίκησις της Φοινίκης. Αλλά κάποιος αντίζηλος εις την τέχνην, Αντίφιλος {61} ονομαζόμενος, κινούμενος υπό φθόνου διά την παρά του βασιλέως εύνοιαν προς τον Απελλήν και ζηλεύων αυτόν διά την τέχνην, τον κατηγόρησε προς τον ηγεμόνα ως ένοχον εις όλα και ότι κάποιος τον είδεν εις την Φοινίκην να συντρώγη με τον Θεοδόταν και καθ' όλον το δείπνον να κρυφομιλή προς αυτόν• και το συμπέρασμά του ήτο ότι η αποστασία της Τύρου και η κατάληψις του Πηλουσίου ήσαν αποτελέσματα της συμβουλής του Απελλού. Ο δε Πτολεμαίος, ο οποίος και κατά τα άλλα δεν ήτο και πολύ συνετός άνθρωπος, αλλ' είχεν ανατραφή με κολακείαν ηγεμονικήν, τόσον εξηρεθίσθη και συνεταράχθη υπό της απροσδόκητου εκείνης διαβολής, ώστε χωρίς να σκεφθή όπως έπρεπε και εννοήση το απίθανον της διαβολής, ότι ο διαβάλλων ήτο αντίζηλος εις την τέχνην προς τον διαβαλλόμενον και ότι ο ζωγράφος ήτο ανίκανος να πράξη τοιαύτην προδοσίαν και μάλιστα αφού είχεν ευεργετηθή παρ' αυτού και περισσότερον από κάθε άλλον ζωγράφον τιμηθή, αλλά και χωρίς καθόλου να εξετάση εάν ο Απελλής εταξείδευσεν εις την Τύρον, κατελήφθη ευθύς υπό οργής και εγέμισεν από κραυγάς τα ανάκτορα, καταβοών εναντίον του αχαρίστου, του επιβούλου και συνωμότου. Και αν είς εξ εκείνων οίτινες είχον συλληφθή διά την συνωμοσίαν δεν ηγανάκτει διά την αναισχυντίαν του Αντιφίλου και δεν ελυπείτο τον δυστυχή Απελλήν και δεν εμαρτύρει ότι ο άνθρωπος εις ουδεμίαν σχέσιν ήλθε με αυτούς, θα εκαρατομείτο και θα ετιμωρείτο διά τα γενόμενα εις την Τύρον διά τα οποία ήτο εντελώς αθώος. Λέγεται δε ότι ο Πτολεμαίος τότε από τόσην εντροπήν κατελήφθη διά την πλάνην του, ώστε εις μεν τον Απελλήν εδώρησεν εκατόν τάλαντα, τον δε Αντίφιλον του παρέδωκεν ως δούλον. Ο Απελλής τότε εις ανάμνησιν των κινδύνων τους οποίους διέτρεξεν, εζωγράφισε μίαν εικόνα διά να εκδικηθή την διαβολήν. Δεξιά κάθηται άνθρωπος με πολύ μεγάλα ώτα σχεδόν όπως του Μίδου, ο οποίος εκτείνει την χείρα του προς την Διαβολήν ερχομένην προς αυτόν και ευρισκομένην ακόμη εις απόστασιν. Εκατέρωθεν αυτού στέκονται δύο γυναίκες, η Άγνοια, υποθέτω, και η Υποψία. Εκ του άλλου δε μέρους έρχεται η Διαβολή, γύναιον υπερβολικά ωραίον, θυμωμένον δε και τεταραγμένον, ως να κατέχεται υπό λύσσης και οργής• και εις μεν την αριστεράν κρατεί δάδα φλεγομένην, με την δεξιάν δε σύρει από την κόμην ένα νέον ο οποίος υψώνει προς τον ουρανόν τας χείρας και επικαλείται μάρτυρας τους θεούς. Του συμπλέγματος τούτου προηγείται άνθρωπος ωχρός και δύσμορφος, ο οποίος έχει το βλέμμα άγριον και ομοιάζει προς εκείνους τους οποίους μακρά ασθένεια έχει εξαντλήση. Και μαντεύει κανείς ότι ούτος παριστά τον Φθόνον. Αλλά συμπαρίστανται και δύο άλλαι γυναίκες, αι οποίαι ενθαρρύνουν και περιποιούνται την Διαβολήν και διευθετούν τα ενδύματά της. Κατά την εξήγησιν δε την οποίαν μου έδωκεν ο ερμηνευτής της εικόνος, εκ τούτων η μεν μία ήτο η Επιβουλή, η δε άλλη η Απάτη. Κατόπιν ήρχετο μία άλλη της οποίας ο ιματισμός ήτο πολύ πένθιμος• εφόρει μαύρα και είχε τας παρειάς κατασπαραγμένας, νομίζω δε ότι αυτή ελέγετο Μεταμέλεια• και εστρέφετο προς τα οπίσω δακρύουσα και με εντροπήν μεγάλην και συνεσταλμένη έβλεπε προς την πλησιάζουσαν Αλήθειαν. Κατ' αυτόν τον τρόπον ο Απελλής παρέστησε δια της ζωγραφικής τον κίνδυνον τον οποίον διέτρεξεν.
Τώρα δε ας προσπαθήσωμεν και ημείς κατά μίμησιν του Εφεσίου ζωγράφου να παραστήσωμεν τα χαρακτηριστικά της διαβολής, αφού προηγουμένως την καθορίσωμεν, διότι ούτω η εικών μας θα γίνη περισσότερον παραστατική. Η διαβολή λοιπόν είνε κατηγορία η οποία γίνεται εν απουσία και αγνοία του κατηγορουμένου και πιστεύεται μονομερώς και χωρίς ν' ακουσθή αντίρρησις και απολογία. Τοιαύτη είνε η κακία περί της οποίας πρόκειται να ομιλήσωμεν. Επειδή δε, όπως εις τας κωμωδίας, τρία είνε τα πρόσωπα μεταξύ των οποίων γίνεται η διαβολή, ο διαβάλλων, ο διαβαλλόμενος και εκείνος προς τον οποίον γίνεται η διαβολή, ας εξετάσωμεν έκαστον εξ αυτών ιδιαιτέρως και τον τρόπον κατά τον οποίον έκαστος ενεργεί. Και εν πρώτοις, αν θέλετε, ας παρουσιάσωμεν τον πρωταγωνιστήν του δράματος, δηλαδή τον εργάτην της διαβολής. Ότι δεν είνε αγαθός άνθρωπος ούτος είνε εις όλους ευνόητον διότι ουδείς αγαθός δύναται να γίνη κακών αίτιος εις άλλον• εξ εναντίας το γνώρισμα των αγαθών ανθρώπων είνε τα ευεργετήματα τα οποία κάμνουν προς τους φίλους και δεν αποκτούν την καλήν υπόληψιν εκ των αδικημάτων τα οποία κινούν την οργήν και το μίσος των άλλων. Έπειτα ότι ο τοιούτος είνε άδικος, παράνομος και ασεβής και επιζήμιος εις εκείνους τους οποίους συναναστρέφεται, είνε εύκολον να εννοηθή. Διότι τις δύναται να αρνηθή ότι η ισότης εις όλα και το ν' αρκήται κανείς μόνον εις ό,τι του ανήκει είνε έργον δικαιοσύνης, η δε ανισότης και η πλεονεξία είναι αδικία; Εκείνος δε ο οποίος κρυφίως μεταχειρίζεται την διαβολήν κατά των απόντων, πώς δεν είναι πλεονέκτης, αφού σφετερίζεται ολόκληρον τον ακροατήν, του προκαταλαμβάνει τα ώτα και τα αποφράσσει και τα καθιστά εντελώς απρόσιτα εις την απολογίαν, διότι τα έχει ήδη προκαταβολικώς γεμίση με την συκοφαντίαν;
Το τοιούτον είνε εσχάτη αδικία, ως θα έλεγον και οι άριστοι των νομοθετών, όπως ο Σόλων και ο Δράκων, οι οποίοι υπεχρέωσαν τους δικαστάς να υπόσχωνται με όρκον ότι θα ακροαστούν ες ίσου και τα δύο διάδικα μέρη και ότι θα δείξουν ίσην ευμένειαν προς τους δικαζομένους, έως ου συγκρίνοντες την απολογίαν προς την κατηγορίαν, ίδουν ποία είνε η δικαιοτέρα. Πριν δε παραβληθή η απολογία προς την κατηγορίαν, οι νομοθέται απεφάνθησαν ότι η κρίσις θα είνε ασεβής και ανόσιος. Δυνάμεθα να είπωμεν ότι και αυτοί οι θεοί θα αγανακτήσουν, εάν εις τον κατήγορον παρέχωμεν πάσαν ελευθερίαν να λέγη ό,τι θέλει, προς δε τον κατηγορούμενον κλείωμεν τα ώτα μας ή του επιβάλλωμεν σιωπήν και τον καταδικάζωμεν μόνον επί τη βάσει της κατηγορίας. Ώστε ορθώς δύναταί τις να είπη ότι αι διαβολαί δεν γίνονται κατά τον νόμον και κατά τον δικαστικόν όρκον. Εάν δε υπάρχη κανείς όστις φρονεί ότι δεν πρέπει να πιστεύωμεν εις τους νομοθέτας, οίτινες συμβουλεύουν να γίνωνται αι κρίσεις με τοιαύτην δικαιοσύνην και αμεροληψίαν, νομίζω ότι δύναμαι να επικαλεσθώ την γνώμην ενός ποιητού, του αρίστου, ο οποίος ορθώτατα απεφάνθη ή μάλλον ενομοθέτησε περί τούτων. Ο ποιητής ούτος {62} λέγει•
μήτε δίκην δικάσης, πριν άμφω μύθον ακούσης. {63}
Εγνώριζεν, υποθέτω, και ούτος ότι εκ των πολλών αδικημάτων τα οποία συμβαίνουν εις τον κόσμον, ουδέν είνε χειρότερον και αδικώτερον από το να καταδικασθούν άνθρωποι χωρίς να κριθούν και χωρίς ν' απολογηθούν• εις τούτο δε τείνουν όλαι αι προσπάθειαι του συκοφάντου, ο οποίος εκθέτει τον διαβαλλόμενον άκριτον εις την οργήν εκείνου προς τον οποίον γίνεται η συκοφαντία• και επειδή η κατηγορία γίνεται κρυφίως, στερεί τον διαβαλλόμενον του δικαιώματος της απολογίας. Διότι είνε χωρίς θάρρος και δειλοί εν γένει οι τοιούτοι άνθρωποι και δεν πράττουν τίποτε φανερά, αλλά ενεδρεύοντες τοξεύουν εκ του αφανούς, ώστε να μη είνε δυνατή καμμία αντίστασις και αντεπίθεσις, αλλ' οι αντίπαλοι να φονεύωνται χωρίς να γνωρίζουν τον επιτιθέμενον και τας διαθέσεις του. Τούτο είνε η μεγίστη απόδειξις ότι οι διαβάλλοντες δεν λέγουν τίποτε αληθές• διότι εάν τις έχη συναίσθησιν ότι αι κατηγορίαι τας οποίας απευθύνει εναντίον ενός άλλου είνε αληθείς, τον κατηγορεί και φανερά και δεν φοβείται την απολογίαν και την υπεράσπισίν του, όπως ουδείς, ο οποίος δύναται να νικήση φανερά, θα μεταχειρισθή ποτε ενέδραν και απάτην εναντίον των εχθρών. Δύναται δε κανείς να ίδη τους τοιούτους προ πάντων εις τας βασιλικάς αυλάς, ευνοουμένους των αρχόντων και ηγεμονευόντων, εκεί όπου ο φθόνος είνε πολύς, απειράριθμοι δε αι υποψίαι και πολυαριθμώταται αι αφορμαί των κολακειών και των συκοφαντιών• διότι πάντοτε, όπου υπάρχουν μεγαλείτεραι ελπίδες, εκεί και οι φθόνοι είνε φοβερώτεροι και τα μίση πλέον επικίνδυνα και αι ζηλοτυπίαι ανηθικώτεραι εις τα μέσα τα οποία μεταχειρίζονται• όλοι αλληλοεπιτηρούνται και, καθώς οι μονομαχούντες, προσέχουν ν' ανακαλύψουν μέρος τι απροφύλακτον του σώματος διά να κτυπήσουν εκεί. Επειδή έκαστος θέλει να είνε πρώτος, απωθεί και παραγκωνίζει τον πλησίον και, αν δύναται, υποσκελίζει και ανατρέπει τον προ αυτού ευρισκόμενον. Ούτω δε ο μεν τίμιος ευθύς και ευκόλως ανατρέπεται και παραγκωνίζεται και επί τέλους εκδιώκεται ατιμωτικώς, ο δε κόλαξ και εις τας τοιαύτας κακοηθείας επιτηδειότερος επιτυγχάνει και καθ' όλα επικρατεί• διότι εκείνο το οποίον είπεν ο Όμηρος είνε μεγάλη αλήθεια•
ξυνός Ενυάλιος και τύν κτανέοντα κατέκτα. {64}
Επειδή λοιπόν εις τον ανταγωνισμόν των δεν πρόκειται περί μικρών, επινοούν παντός είδους πλεκτάνας εναντίον αλλήλων, εκ των οποίων η μάλλον επικίνδυνος και ταχύτερον φθάνουσα εις αποτέλεσμα είνε η συκοφαντία, η οποία αρχίζει από φθόνον ή μίσος σκόπιμον και επιφέρει αποτελέσματα τραγικά και πλήρη από συμφοράς. Δεν είνε δε μικρόν ούτε απλούν τούτο, ως δύναταί τις να νομίση, αλλ' έχει ανάγκην πολλής τέχνης, όχι μικράς οξυνοίας και εξαιρετικής επιμελείας. Διότι δεν θα έβλαπτε τόσον η διαβολή, εάν δεν εγίνετο κατά τρόπον κινούντα την εμπιστοσύνην ούτε θα ενίκα την ισχυροτέραν όλων αλήθειαν, εάν δεν είχε πολύ θέλγητρον και πιθανότητα και δεν μετεχειρίζετο μυρία άλλα μέσα, διά να εξαπατά τους δεχομένους την συκοφαντίαν.
Διαβάλλεται ως επί το πλείστον εκείνος ο οποίος έχει μεγάλας ευνοίας και αξιώματα και ο οποίος διά τούτο φθονείται υπό των αντιζήλων, τους οποίους υπερέβη. Όλοι διευθύνουν κατ' αυτού τα βέλη των θεωρούντες αυτόν κώλυμα και εμπόδιον εις την πρόοδόν των και έκαστος νομίζει ότι αυτός θα γίνη πρώτος εάν τον κορυφαίον εκείνον κατανικήση και ρίψη εκ της ευνοίας. Συμβαίνει και εδώ κάτι παρόμοιον προς ό,τι γίνεται εις τους αγώνας των δρομέων• και εκεί ο μεν καλός δρομεύς, ευθύς άμα δοθή το σύνθημα, προσέχει μόνον εις τον δρόμον του και όλαι του αι προσπάθειαι τείνουν προς το τέρμα• ελπίζων δε μόνον εις τους πόδας του διά την νίκην, ουδόλως ενοχλεί τον πλησίον του τρέχοντα, ούτε μελετά τίποτε κακόν εναντίον των άλλων αγωνιστών ο δε κακός και αγύμναστος ανταγωνιστής, μη ελπίζων να νικήση διά της ταχύτητος των ποδών του, καταφεύγει εις την πανουργίαν και μόνον δι' έν πράγμα σκέπτεται, πώς να κρατήση ή να εμποδίση τον προτρέχοντα και δυνηθή να προηγηθή αυτός, καθότι εάν δεν επιτύχη τούτο, δεν υπάρχει άλλος τρόπος να νικήση. Ομοίως γίνεται και εις τας ευνοίας των μεγάλων• εκείνος ο οποίος έχει την πρώτην θέσιν εις αυτάς περιβάλλεται υπό επιβουλών, και καταλαμβανόμενος απροφύλακτος, ανατρέπεται υπό των εχθρών, εν μέσω των οποίων ευρίσκεται, ενώ ούτοι αγαπώνται μεταξύ των και η κοινή προσπάθεια δια να βλάψουν τους άλλους τους συνδέει ως φιλία.
Διά να γίνεται δε πιστευτή η διαβολή δεν είνε τυχαίον και εύκολον επινόημα, αλλ' εις αυτό συνίσταται όλη η τέχνη των και προσέχουν μεγάλως να μη αποδώσουν εις τον συκοφαντούμενον ιδιότητα ή πράξιν η οποία δεν του ταιριάζει και δύναται να φανή ξένη προς αυτόν. Ως επί το πλείστον φροντίζουν να μετατρέψουν προς το κακόν τα προτερήματα του διαβαλλομένου και ούτω αι κατηγορίαι των γίνονται πιθαναί• τον ιατρόν λ. χ. διαβάλλουν ως δηλητηριαστήν, τον πλούσιον ως επιδιώκοντα να γίνη τύραννος και τον αυλικόν ως προδίδοντα τον ηγεμόνα του.
Ενίοτε δε και εκείνος προς τον οποίον γίνεται η διαβολή παρέχει τας αφορμάς της συκοφαντίας και οι κακοήθεις εκείνοι άνθρωποι διά να επιτύχουν ασφαλέστερον του λέγουν πράγματα τα οποία δύνανται να εύρουν ηχώ εις τον χαρακτήρα του. Εάν εννοήσουν ότι είνε ζηλότυπος, ο τάδε, του λέγουν, έκαμε νεύμα προς την γυναίκα σου κατά το δείπνον και στραφείς προς αυτήν εστέναξε, η δε Στρατονίκη {65} δεν τον έβλεπεν με δυσαρέσκειαν. Εν γένει δε αι προς αυτόν διαβολαί έχουν χαρακτήρα ερωτικόν και μοιχικόν. Εάν είνε ποιητής και έχη μεγάλην ιδέαν περί του εαυτού του, μάθε, του λέγουν, ότι ο Φιλόξενος εχλεύασε τα ποιήματά σου και τα κατηγόρησε ότι είνε άμμετρα και κακοσύνθετα. Προς δε τον ευσεβή και φιλόθεον ο φίλος του συκοφαντείται ως άθεος και ανόσιος, ότι περιφρονεί τα θεία και αρνείται την θείαν πρόνοιαν• αυτός δε εξοργίζεται αμέσως, ως είνε επόμενον, και αποστρέφεται τον φίλον του, χωρίς να περιμείνη την ακριβή απόδειξιν της κατηγορίας. Εν γένει επινοούν και λέγουν εκείνα προ πάντων τα οποία γνωρίζουν ότι δύνανται να κινήσουν την οργήν του ακούοντος• γνωρίζοντες δε πού έκαστος δύναται ευκολώτερον να πληγωθή, τοξεύουν και ακοντίζουν εις το σημείον τούτο, και η απότομος οργή θα τον ταράξη τόσον, ώστε να μη του δώση καιρόν και ηρεμίαν προς εξέτασιν της αληθείας• και αν ο κατηγορηθείς θελήση να απολογηθή, να τον εύρη τόσον προκατειλημμένον υπό της πιθανότητος της κατηγορίας, ώστε να μη του επιτρέψη να δικαιολογηθή.
Αποτελεσματικώτατον δε είνε το είδος της συκοφαντίας το οποίον εναντιούται προς την επιθυμίαν του ακούοντος. Ούτω συνέβη όταν κάποιος διέβαλε τον Πλατωνικόν Δημήτριον προς τον Πτολεμαίον τον επονομασθέντα Διόνυσον, ότι ο Δημήτριος έπινε νερόν και μόνος εκ των άλλων δεν εφόρεσε γυναικεία ενδύματα κατά την εορτήν των Διονυσίων• και εάν, όταν εκλήθη υπό του Πτολεμαίου, δεν εφρόντιζεν από πρωίας να πίη δημοσία και φορέσας εσθήτα του Τάραντος {66} να παίξη κύμβαλον και να χορεύση, θα εθανατώνετο ίσως ως μη επιδοκιμάζων τον βίον του βασιλέως, αλλά κατακρίνων και πολεμών τας ηδονάς αυτού.
Διά δε τον Αλέξανδρον η μεγαλειτέρα και η πλέον επιτυχής διαβολή ήτο αν κατηγορείτο κανείς ότι δεν εσέβετο και δεν επροσκύνα τον Ηφαιστίωνα. Όταν δηλαδή απέθανεν ο Ηφαιστίων, ο Αλέξανδρος ηθέλησε να προσθέση εις την άλλην του δόξαν και την χειροτονίαν ενός θεού και ανεκήρυξε θεόν τον αποθανόντα φίλον του. Ευθύς δε αι πόλεις ανήγειραν ναούς και τεμένη και βωμούς, θυσίαι δε και εορταί ετελούντο εις τον νέον τούτον θεόν και ο μεγαλείτερος όρκος δι' όλους ήτο να ορκίζωνται εις τον Ηφαιστίωνα. Εάν δε κανείς εμειδία διά τα γινόμενα ή δεν εδείκνυε μεγάλην ευσέβειαν, η τιμωρία του ήτο θάνατος. Οι δε κόλακες, εκμεταλλευόμενοι την παιδαριώδη ταύτην επιθυμίαν του Αλεξάνδρου, την εξηρέθιζον και την ενίσχυον, διηγούμενοι εμφανίσεις του Ηφαιστίωνος εις τα όνειρά των και εν καιρώ ημέρας, αποδίδοντες εις αυτόν θεραπείας και διαφημίζοντες την μαντικήν του δύναμιν• του απένεμον δε θυσίας ως θεού συμπαρέδρου του Διός και αποτρέποντος τους κινδύνους. Ο δε Αλέξανδρος ετέρπετο ν' ακούη ταύτα, επί τέλους δε επίστευσε και ο ίδιος και υπερηφανεύετο επί τη ιδέα ότι δεν ήτο μόνον υιός θεού, αλλά και θεούς άλλους ηδύνατο να δημιουργή. Ουκ ολίγοι εκ των φίλων του Αλεξάνδρου κατά την εποχήν εκείνην απήλαυσαν τους πικρούς καρπούς της θεοποιήσεως του Ηφαιστίωνος, διότι εσυκοφαντήθησαν ότι δεν ετίμων εκείνον τον οποίον όλοι οι άλλοι εθεώρουν θεόν, και διά τούτο απεδιώχθησαν και εξέπεσαν από την εύνοιαν του βασιλέως. Τότε και ο εκ Σάμου Αγαθοκλής, στρατηγός του Αλεξάνδρου και ευνοούμενος παρ' αυτού, παρ' ολίγον να ριφθή εις τους λέοντας, διότι εσυκοφαντήθη ότι διερχόμενος πλησίον του τάφου του Ηφαιστίωνος εδάκρυσε. Αλλά τον εβοήθησεν, ως λέγεται, ο Περδίκκας, ο οποίος ωρκίσθη προς τον Αλέξανδρον εις όλους τους θεούς και εις τον Ηφαιστίωνα ότι, ενώ εκυνήγει, ενεφανίσθη προς αυτόν ολοφάνερα ο θεός και του παρήγγειλε να είπη προς τον Αλέξανδρον να μη κακοποιήση τον Αγαθοκλήν, καθότι δεν εδάκρυσεν εξ απιστίας, ούτε διότι εθεώρει ως νεκρόν τον Ηφαιστίωνα, αλλά διά την ανάμνησιν της παλαιάς των φιλίας.
Η κολακεία και η διαβολή τότε μάλιστα εύρεν έδαφος όταν προσηρμόσθη εις το πάθος του Αλεξάνδρου• διότι καθώς εις τας πολιορκίας οι πολιορκούντες δεν διευθύνουν τας προσπαθείας των εις τα υψηλά και απόκρημνα μέρη του τείχους, αλλ' εάν ανακαλύψουν μέρος τι αφύλακτον, χαλασμένον ή χαμηλόν, εις τούτο επιτίθενται με όλας των τας δυνάμεις, καθότι εκείθεν δύνανται ευκολώτερα να εισχωρήσουν και κυριεύσουν την πόλιν, ούτω και οι συκοφάνται ό,τι βλέπουν ασθενές και χαλαρόν και ευκολοδιάβατον μέρος εις την ψυχήν, τούτο προσβάλλουν και προς αυτό διευθύνουν τας πολιορκητικάς των μηχανάς και επί τέλους εκπορθούσι την πόλιν χωρίς κανείς ν' αντισταθή, ούτε να εννοήση την έφοδον. Και άμα εισέλθουν εντός των τειχών πυρπολούν και καίουν τα πάντα, σφάζουν και εξορίζουν. Τοιαύτη είνε η οικτρά τύχη ψυχής κατακυριευομένης και υποδουλομένης. Ως μηχανήματα δε πολιορκητικά κατά του ακούοντος χρησιμεύουν εις αυτούς η απάτη, το ψεύδος, η επιορκία, η επίμονος ενέργεια, η αναισχυντία και πλείσται άλλαι ραδιουργίαι• η μεγαλειτέρα δε εξ όλων τούτων είνε η κολακεία, η οποία είνε συγγενής ή μάλλον αδελφή της συκοφαντίας. Διότι όσον γενναίος και αν είνε κανείς και έχη ψυχήν με αδαμάντινον περίβλημα, δεν θα δυνηθή να μη υποχωρήση εις τας επιθέσεις της κολακείας και μάλιστα όταν η διαβολή υποσκάπτη και αφαιρή τα θεμέλια του τείχους το οποίον την προστατεύει.
Και η μεν εξωτερική επίθεσις είνε τοιαύτη. Εσωτερικώς δε πολλοί προδόται συμβοηθούν και καλούν και τας πύλας ανοίγουν και κατά πάντα τρόπον υποβοηθούν εις το να κυριευθή ο προς ον απευθύνεται η διαβολή. Οι προδόται δε ούτοι είνε πρώτον η αγάπη προς το νέον, ήτις είνε φυσική εις τους ανθρώπους, και το αψίκορον, έπειτα δε η κλίσις προς τας παραδόξους διηγήσεις. Διότι δεν γνωρίζω πώς τερπόμεθα όλοι από τα κρυφίως λεγόμενα και πλήρη υπονοιών. Γνωρίζω ανθρώπους των οποίων την ακοήν γαργαλίζουν τόσον ευχαρίστως αι διαβολαί, όσον τα πτερά με τα οποία ξύουν τα ώτα των. Όταν λοιπόν με την συμμαχίαν όλων τούτων επιπέσωσιν οι συκοφάνται, νικούν κατά κράτος και κυριεύουν, άλλως τε δε η νίκη των δεν δύναται να είνε δύσκολος, καθ' όσον ουδείς αντιπαρατάσσεται και ανθίσταται εις τας επιθέσεις των διότι όπως οι κάτοικοι πόλεως κυριευομένης εν καιρώ νυκτός, οι συκοφαντούμενοι φονεύονται κοιμώμενοι. Και το λυπηρότερον εξ όλων είνε ότι ο συκοφαντηθείς, μη γνωρίζων τα γενόμενα, πηγαίνει προς τον φίλον του χαρούμενος, διότι έχει την συνείδησιν καθαράν, και ομιλεί και φέρεται όπως πάντοτε, ενώ ο δυστυχής είνε κατά παντοίους τρόπους παγιδευμένος• ο δε φίλος του εάν μεν είνε γενναιόψυχος, ελεύθερος τον χαρακτήρα και ειλικρινής, αφήνει αμέσως ελευθέραν διέξοδον εις την οργήν και την αγανάκτησίν του• και, δίδων ούτω αφορμήν εις την απολογίαν, εννοεί ότι αδίκως εθύμωσε κατά του φίλου του• εάν δε είνε ταπεινού και αγενούς χαρακτήρος, υποδέχεται μεν και προσμειδιά βεβιασμένως, αλλ' ενδομύχως μισεί και κρυφίως τρίζει τους οδόντας και, όπως ο ποιητής λέγει, «βυσσοδομεύει την οργήν».
Δεν μου φαίνεται πράγμα αδικώτερον και δουλοπρεπέστερον από τούτο, να καταπίνη κανείς και να τρέφη κρυφίως την χολήν και το μίσος και να το αφήνη ν' αυξάνη κρυφίως εις την ψυχήν του• και άλλα μεν να φρονή, άλλα δε να λέγη και να παίζη με ιλαρόν και εύθυμον πρόσωπον τραγωδίαν εμπαθεστάτην και πλήρη από δηλητήριον. Συμβαίνει δε τούτο κυρίως όταν ο συκοφαντών θεωρείται προ πολλού φίλος του συκοφαντουμένου και εν τοσούτω τον κατηγορεί• τότε δεν θέλουν ν' ακούσουν τίποτε από τους συκοφαντουμένους και επιχειρούντας ν' απολογηθώσι, διότι η φαινομενική παλαιά φιλία τους έχει προδιαθέση να θεωρούν την κατηγορίαν αξιόπιστον και αναμφισβήτητον• και δεν σκέπτονται ότι και μεταξύ εκείνων τους οποίους συνδέει μεγάλη φιλία γεννώνται πολλάκις πολλαί αφορμαί μίσους, αι οποίαι διαφεύγουν την προσοχήν των άλλων. Ενίοτε δε οι ένοχοι διά να προλάβουν την εναντίον των κατηγορίαν σπεύδουν και κατηγορούν τους άλλους. Εν γένει ουδείς θα ετόλμα να συκοφαντήση εχθρόν• ακριβώς διότι η έχθρα του θα επρόδιδε την συκοφαντίαν• συκοφαντούνται συνήθως οι θεωρούμενοι φίλοι. Φροντίζουν δε συγχρόνως οι συκοφαντούντες να δεικνύουν ενδιαφέρον δι' εκείνους προς τους οποίους απευθύνεται η διαβολή, οίτινες ούτω πείθονται ότι χάριν του συμφέροντός των ουδέ των φιλτάτων αυτών εφείσθησαν οι κατήγοροι.
Υπάρχουν δε και άνθρωποι οίτινες και αν κατόπιν εννοήσωσιν ότι αδίκως κατηγορήθησαν προς αυτούς οι φίλοι των, όμως εξ εντροπής δι' όσα επίστευσαν δεν τολμούν πλέον να τους πλησιάσουν, ούτε να τους ατενίσουν• φαίνονται ως να θεωρούν εαυτούς προσβληθέντας διότι ηπατήθησαν και κατηγόρησαν αθώους.
Λοιπόν ο βίος των ανθρώπων έχει γεμίση από συμφοράς εκ των διαβολών, αι οποίαι τόσον ευκόλως και ανεξετάστως πιστεύονται. Η Άντεια, αφού πρώτη επεχείρησε να προσελκύση εις τον έρωτά της τον Βελλεροφόντην, λέγει προς τον σύζυγόν της•
τεθναίης, ω Προίτ' ή κάκτανε Βελλεροφόντην ός μ' έθελεν φιλότητι μιγήμεναι ουκ εθελούση, {67}
ενώ αυτή επροκάλεσε και ο ήρως την επεριφρόνησεν. Εκινδύνευσε δε ο νέος να φονευθή εις την πάλην του προς την Χίμαιραν και να τιμωρηθή ούτω διά την σωφροσύνην του και τον σεβασμόν του προς τον φιλοξενούντα, διότι η κακοήθης εκείνη γυνή τον εσυκοφάντησεν. Η δε Φαίδρα, ομοίως κατηγορήσασα τον προγονόν της Ιππόλυτον, κατώρθωσε να τον καταρασθή ο πατήρ του, ενώ, ως οι θεοί γνωρίζουν, ουδέν ανόσιον έπραξεν ο δυστυχής νέος.
Αλλά θα παρατηρήση τις ότι ενίοτε, όταν ο διαβάλλων είνε κατά τα άλλα δίκαιος και φαίνεται συνετός, είνε αξιόπιστος και κατ' ανάγκην δίδομεν προσοχήν και πίστιν εις τους λόγους του, καθότι τον θεωρούμεν ανάξιον να πράξη τοιούτον κακούργημα. Υπήρξεν άλλος δικαιότερος από τον Αριστείδην; Όμως και εκείνος επολέμησε τον Θεμιστοκλήν και εξηρέθιζε τον λαόν εναντίον του, διότι, ως ο ίδιος ωμολόγησε, δεν ήτο ολιγώτερον του αντιπάλου του ευαίσθητος εις τα θέλγητρα της φιλοδοξίας. Και ήτο μεν δίκαιος ως προς τους άλλους, αλλ' ήτο άνθρωπος και αυτός και είχε χολήν και δεν ήτο απηλλαγμένος του μίσους όπως και της αγάπης.
Και αν αληθεύη η ιστορία του Παλαμήδους, ο φρονιμώτατος εκ των Αχαιών και κατά τα άλλα άριστος φαίνεται ότι εκ φθόνου επεβουλεύθη την ζωήν ανδρός συγγενούς και φίλου, ο οποίος συνεξεστράτευσε διά να εκτεθή μετ' αυτού εις τους αυτούς κινδύνους• τόσον είνε φυσικόν εις όλους τους ανθρώπους να υποπίπτωσιν εις αυτά τα πάθη. Και τι να είπωμεν περί του Σωκράτους, όστις αδίκως κατηγορήθη προς τους Αθηναίους ως ασεβής και διαφθορεύς; είτε περί του Θεμιστοκλέους και του Μιλτιάδου, οίτινες μετά τόσας νίκας εθεωρήθησαν ύποπτοι προδοσίας; Τα παραδείγματα είνε άπειρα και τα περισσότερα γνωστά.
Τι πρέπει λοιπόν να πράττη ο φρόνιμος άνθρωπος, όστις αμφιβάλλει περί της αγαθότητας ή της ειλικρινείας ενός φίλου του; Μου φαίνεται ότι πρέπει ν' ακολουθήση την συμβουλήν την οποίαν ο Όμηρος δίδει εις τον μύθον των Σειρήνων, παραγγέλλων να αποφεύγωμεν τας ολεθρίας ηδονάς των διηγήσεων, να φράσσωμεν τα ώτα και να μη τα τείνωμεν ανοικτά και απροφύλακτα εις τους κόλακας• αλλ' αφού καταστήσωμεν αυστηρόν θυρωρόν το λογικόν προς όλα τα λεγόμενα, τα μεν καλά να δεχώμεθα, τα δε κακά ν' αποκλείωμεν και αποδιώκωμεν διότι είνε γελοίον εις μεν τας οικίας μας να έχωμεν θυρωρούς, τα δε ώτα μας και τον νουν ν' αφήνωμεν ανοικτά.
Όταν λοιπόν έρχεται κανείς και μας λέγη τοιαύτα, πρέπει να εξετάζωμεν το πράγμα καθ' εαυτό, χωρίς ούτε εις την ηλικίαν του λέγοντος ν' αποβλέπωμεν, ούτε εις τον άλλον του βίον, ούτε εις την πειστικότητα των λόγων του. Διότι όσον πειστικότερος είνε τόσον επιμελέστερον πρέπει να εξετασθούν τα λεγόμενά του. Δεν πρέπει να εμπιστευώμεθα εις ξένην κρίσιν αντί δε να παραδίδωμεν την εμπιστοσύνην μας εις το μίσος του άλλου, πρέπει να επιφυλάττωμεν εις εαυτούς την εξέτασιν της αληθείας και ν' αφήνωμεν εις τον διαβάλλοντα τον φθόνον• αφού δε φανερά εξετάσωμεν τα λεγόμενα και υπό των δύο, τότε να δώσωμεν το μίσος ή την αγάπην μας. Αλλ' αν χωρίς τας προφυλάξεις ταύτας και με την πρώτην εντύπωσιν της κατηγορίας αποφασίσωμεν, το πράγμα θα είνε παιδαριώδες, ταπεινόν και πολύ άδικον. Αλλ' ως είπαμεν εις την αρχήν, όλων τούτων αιτία είνε η άγνοια και ότι εκάστου η ψυχή και η γνώμη ευρίσκεται εις το σκότος• και αν κανείς εκ των θεών απεκάλυπτε τι έχομεν όλοι εις την καρδίαν και τον νουν, η διαβολή θα έφευγε και θα έπιπτεν εις το βάραθρον, διότι πλέον δεν θα είχε θέσιν εις τον κόσμον, αφού τα πράγματα θα εφωτίζοντο υπό της αληθείας.

ΖΕΥΣ ΕΛΕΓΧΟΜΕΝΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου